Εικοστή Πέμπτη Μαρτίου

Ἡ δάφνη καὶ τὸ ἀηδόνι
Συγγραφέας:
Εικοστή Πέμπτη Μαρτίου


ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κυττάζουν.
Μιὰ φλόγ' ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία....
Πετάει ἕν ἄστρο... σταματᾷ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...

«Χαῖρε, τῆς λέει, ἀειπάρθενε, εὐλογημένη, χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε, Μαρία, χαῖρε!»

Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μιὰ μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλαι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι' ἀπελπισμένη,
μιὰ κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, ἁλυσωμένη.
Τὰ σίδερα εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Τὰ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι' ἀφίνει καὶ περνᾷ ἕν ἄστρο, μιὰν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του.

«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλάς, ἀνάστα, χαῖρε.»

Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ' ἡ πεθαμμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στή μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ' ἀχόρταγο. Ρωτᾷ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾷ στὰ ὄρη...
Λυώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβῇ, ὅθε περάσῃ ἡ Κόρη.

«Ξυπνᾶτε, ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτᾶστε.»

Ο χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπῃ στὸν αἰθέρα
μ' ὅλα τὰ κάλλη τοὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετίσῃ.
Γιορτᾶστέ την, γιορτᾶστέ την! Καθεὶς ἂς μεταλάβῃ
ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τή δάφνη στὴν καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφωρεσμένοι νἆστε.


Ο ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ
«Ἄνοιξε, μάννα μας γλυκειά, τὴν ἄφθαρτη καρδιά σου
κι' ἀγκάλιασέ τα τὰ φτωχά, τὰ μαῦρα τὰ παιδιά σου.
Σφίξε μας, μάννα, σφίξε μας. Γυμνά, ξαρματωμένα,
σὰν νἄτανε κατάδικα, σὰν νἆταν νικημένα,
ἔρχονται μὲς στὸν κόρφο σου. Δῶσέ μας τὴν εὐχή σου
καὶ σβύε πᾶσα μας πληγὴ μ' ἕνα θερμὸ φιλί σου.

»Ἄλλο δὲ θέλομε οἱ πικροί. Θέλομ' ἐδῶ σιμά σου
νὰ βλέπωμε τὸ δάκρυ σου κ' ἐμεῖς στὰ βλέφαρά σου,
καὶ νὰ τἀκοῦμε ἐπάνω μας ὅλόβραστο νὰ στάζῃ.
Θέλομε τὴν ὀρφάνια σου, θέλομε νὰ μᾶς δέρῃ
μαζὶ μ' ἐσένα συφορὰ καὶ καταδίκη αἰώνια...
Δὲ θέλομε περίγελα καὶ ξένου καταφρόνια...

»Ἄμετροι χρόνοι ἐπέρασαν!... Ἀλήθεια, μάννα, ἀλήθεια;
Κι' ὣς τώρα δὲν ἠμπόρεσαν ἀπ' τ' ἄχαρα μας στήθια
ὅλη τὴν ἔρμη μας ψυχὴ νὰ καταπιοῦν, νὰ πνίξουν.
Οἱ λύκοι δὲν ἐπρόφθασαν τὸ αἷμα νὰ ρουφήξουν
ὡς τὴ στερνὴ σταλαματιά. Τὸ λαίμαργό τους στόμα
ἐδείλιασε βυζαίνοντας κι' ἄφησε μὲς στὸ πτῶμα
παραιτημένη μιὰ μικρή, μιὰ φλογερὴ ρανίδα.
Μ' αὐτὴν ἐζήσαμε οἱ φτωχοί. Ὅλη μας τὴν ἐλπίδα
μέσα σὲ τέτοιο φυλαχτό τὴν εἴχαμε θαμμένη
κι' ἐκεῖ τὴν ἀνατρέφαμε. Λαχταροποτισμένη
ἐβλάστησε κ' ἐθέριεψε. Μέσα στὴν ἀγκαλιά σου
αὐτὸν τὸ μόνο θησαυρὸ σοῦ φέρνουν τὰ παιδιά σου.

»Κύτταξ' ἐδῶ τὰ μέτωπα πῶς τἄχει αὐλακωμένα
ὁ πόνο κ' ἡ ἐνθύμησαις! Τὰ μάτια θολωμένα
ἀπόστασαν στὴ σκοτεινιά, γιὰ λίγο νὰ σβυστοῦνε!
Εἶδαν τὸ Σοῦλι νὰ σφαγῇ κ' ἐμπρός τους νά χυθοῦνε
τἀνδρειωμένα σπλάχνα του, τοῦ Πλάστη περηφάνεια,
κι' ἄταφα κι' ἀμνημόνευτα στὰ πεῦκα, στὰ πλατάνια
νὰ σέρνουν τὰ ξεσκλίδια τους κοράκοι πεινασμένοι!
Εἶδαν τὸ Κούγκι νὰ καῇ κι' ὁλόρθη ν' ἀνάβαίνῃ
στὰ σύγνεφα ἡ καπνοῦρὰ του, σὰ μαῦρο κυπαρίσσι,
ποὺ φύτρωνε ἀπ' τὴ στάχτη του γιὰ νὰ μοιρολογήσῃ.
Εἴδανε τὸν Ἀλήπασα νὰ ρυάζεται τριγύρου,
σὰν ἔφαγε ὡς τὸ κόκκαλο τὴ σάρκα τῆς Ἠπείρου,
καὶ νὰ μουγγρίζῃ γιὰ βοσκή, τὸ λάρυγγα ν' ἁπλώνῃ...
Κ' εἴδανε τότε ἕνα φονιᾶ τὰ νύχια νὰ καρφώνῃ
στὴν εὔμορφη τὴν Πάργα σου καὶ στοῦ θεριοῦ τὸ στόμα
νὰ παραδίνῃ παίζοντας τὸ τρυφερρό της σῶμα.
Κ' ἐμεῖς ἐβλέπαμε βουβοὶ τὸ φοβερὸ τὸ φίδι
κι ἀκούσαμε παράλυτοι τἄγριο του κατακλεῖδι
νὰ τὴν ἀλέθῃ λαίμαργα καὶ νὰ τὴν καταπίνῃ...
Πές μας το, μάννα, πές μας το, θ' ἀναστηθῇ κι' ἐκείνη;...

»Τὴν ὥρα π' ἀνδρειεύτηκες κ' εἴδαμε, σὰ δοκάρι,
τοῦ φοβεροῦ σου τοῦ σπαθιοῦ νὰ λάμψῃ τὸ θηκάρι,
ὅταν σ' ἀκούσαμε, οἱ πικροί, στὸ ἔρμο σου ἀκρογιάλι
τὴ νύχτα ν' ἀδερφώενσαι μὲ τὴν ἀνεμοζάλη
καὶ τὴ φωτιὰ τοῦ κεραυνοῦ ζωσμένη στὸ πλευρό σου
τὴ μανιωμένη θάλασσα νὰ παίρνῃς γι' ἄλογό σου,
ὅταν στὴν ἄσπλαχνή σου ὀργὴ ὁ κόσμος δουλωμένος,
γυρτός, κακογεράματος, τοιμόρροπος, φθαρμένος,
ἔνοιωθε ποὺ ζωντάνευαν τἄψυχα σωθικά του,
ὅταν ἀχνὸς ἐσήκωσε τὰ κρύα βλέμματά του
καὶ σ' εἶδε καὶ σ' εὐχήθηκε... ὦ μάννα, τὰ παιδιά σου
τὰ μαῦρα ἐλαχταρίσανε στὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς σου,
μὲ σένα αἱματωθήκανε, ἐνίκησαν μὲ σένα
κ' ὕστερα πάλαι ἐγύρισαν κ' εὑρέθηκαν δεμένα.

»Νἄξευρες πῶς ἐπλέρωναν τὴ νεκρανάστασή σου!
Κάθε φορὰ ποὺ σφύριζε κ' ἔσφαζε τὸ σπαθί σου
ἐμεῖς... ποδοκυλίσματα καὶ ξύλο καὶ κρεμάλα.
Ἐφαρμακέψαν στὸ βυζὶ καὶ τοῦ παδιοῦ τὸ γάλα
μὲ τὴ χολὴ ποὺ ἐδίνανε νὰ ποτιστῇ ἡ μητέρα.
Μᾶς ἐμετροῦσαν τὸ ψωμί, μὴν τύχῃ καμμιὰ μεα
καὶ φύγῃ ἀπὸ τό στόμα μας γιὰ σὲ κανένα τρίμμα...
Ἡ δέησή μας, ἡ χαρά, τὸ κλάψιμό μας... κρῖμα.

»Γιὰ μᾶς δὲν εἶχεν ἡ ζωὴ γλυκάδαις καὶ λουλούδια,
δὲν εἶχε ἡ ἄνοιξη χαραῖς καὶ τὰ πουλιὰ τραγούδια.
Οἱ χρόνοι ἐφεύγαν σκοτεινοί. Σ' ἐβλέπαμε σιμά μας,
ἐνοιώθαμε τὴ φλόγα σου βαθειὰ συὰ σωθικά μας,
σοῦ ἁπλώναμε τὰ χέρια μας!... Ὤ μάννα, ἀγκάλιασέ μας,
μέσα στὰ φυλλοκάρδια σου κρύψε μας, φύλαξέ μας!
Μᾶς φαίνεται σὰν ὄνειρο! Μᾶς φαίνεται ὅτι ὁ ξένος
μᾶς τρώγει μὲ τὸ μάτι του ἀργὰ μετανοιωμένος.
Πᾶρε μας, μάννα, σφίξε μας γλυκὰ στὴν ἀγκαλιά σου,
σήμερα τὴν ἀγάπη σου κι' αὐριο τὰ παιδιά σου
θὰ σοῦ γυρέψουν, μάννα μας, ἕνα σταυρὸ στὸν ὦμο,
κομμάτι κρίθινο ψωμὶ καὶ μακρυνόνε δρόμο.»

Ἐκείνη δὲν ἐχόρταινε νὰ βλέπῃ τὰ παιδιά της
καὶ κάθε τους παράπονο τὤρριχνε στὴν καρδιά της.
Ἀγκαλιαστήκανε σφιχτὰ καὶ τὰ φιλήματά τους
τὰ πῆραν οἱ σταυραητοὶ ψηλὰ στὰ σύγνεφά τους
καὶ τὰ βαφτίσαν ἀστραπαῖς· τὰ πῆραν κ' οἱ ἀχτίδαις
τοῦ ἥλιου ποὺ τὰ φώτιζαν, καὶ τἄκραξαν ἐλπίδες.

Εὐλογημένη τρεῖς φοραῖς, εὐλογημέν' ἡ μέρα
ποὺ εὑρήκαμε τὸν κόρφο σου, γλυκειὰ γλυκειὰ μητέρα!