Βερενίκη (1835)
Συγγραφέας:
μεταφράστηκε από συντάκτες της Βικιθήκης


Dicebant mihi sodales, si sepulchrum amicae visitarem,
curas meas aliquantulum fore levatas.

—Ebn Zaiat.


Η ΜΙΖΕΡΙΑ είναι πολυειδής. Η αθλιότητα της γης πολύμορφη. Εκτεινόμενη πάνω απ'τον φαρδύ ορίζοντα σαν το ουράνιο τόξο, οι αποχρώσεις της είναι ποικίλες όσο και οι αποχρώσεις της αψίδας εκείνης—το ίδιο διακριτές, μα και το ίδιο στενά αναμειγμένες. Εκτεινόμενη πάνω απ'τον φαρδύ ορίζοντα σαν το ουράνιο τόξο! Πώς γίνεται και από την ομορφιά έχω συνάγει ένα είδος ασχήμιας;—από το σύμφωνο της γαλήνης μια παρομοίωση της θλίψης; Αλλά, όπως στην ηθική, το κακό είναι συνέπεια του καλού, έτσι, στην πραγματικότητα, απ'την χαρά γεννιέται θλίψη. Είτε η μνήμη περασμένης ευδαιμονίας είναι η οδύνη του σήμερα, είτε οι αγωνίες του τώρα έχουν τη ρίζα τους στις εκστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει.

Το βαπτιστικό μου όνομα είναι Αιγέας· αυτό της οικογενείας μου δε θα το αναφέρω. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν πύργοι σ'αυτή τη γη πιο σεβαστοί απ'τους ζοφερούς, γκρίζους, κληρονομικούς μου διαδρόμους. Η γενεαλογική μας γραμμή έχει αποκληθεί φυλή οραματιστών· και σε πολλές χτυπητές λεπτομέρειες—στον χαρακτήρα της οικογενειακής έπαυλης—στις νωπογραφίες του κυρίως σαλωνιού—στις ταπισερί των κοιτώνων—στο σμίλεμα κάποιων αντιστηριγμάτων στο οπλοστάσιο—μα πιο ειδικά στην πινακοθήκη παλαιών πινάκων—στο στυλ της αίθουσας της βιβλιοθήκης—και, τέλος, στην πολύ ιδιόρρυθμη φύση των περιεχομένων της βιβλιοθήκης, υπάρχουν παραπάνω από επαρκή στοιχεία για να αιτιολογήσουν την πεποίθηση.

Οι αναμνήσεις των πρώιμων χρόνων μου είναι συνδεδεμένες με εκείνη την αίθουσα και με τους τόμους της—για τους οποίους δεν θα πω περισσότερα. Εδώ πέθανε η μητέρα μου. Εδώ μέσα γεννήθηκα εγώ. Αλλά είναι απλή οκνηρία να πω ότι δεν είχα ζήσει πιο πριν—ότι η ψυχή μου δεν έχει προηγούμενη ύπαρξη. Το αρνείστε;—ας μην το συζητήσουμε. Πεπεισμένος ο ίδιος, δεν γυρεύω να πείσω. Υπάρχει, όμως, μια ανάμνηση εναέριων μορφών—πνευματικών και γεμάτων νόημα ματιών—ήχων μουσικών μα λυπημένων—μια ανάμνηση η οποία δεν θα αποκλειστεί· μια μνήμη σα σκιά, ασαφής, ευμετάβλητη, αόριστη, ασταθής· και σα σκιά επίσης όσον αφορά την αδυναμία μου ν' απαλλαχτώ απ'αυτή για όσο το ηλιόφως του λογικού μου θα συνεχίζει να υπάρχει.

Μέσα σ'εκείνη την αίθουσα γεννήθηκα. Ξυπνώντας έτσι απ'την μεγάλη νύχτα αυτού που έμοιαζε με, αλλά δεν ήταν, ανυπαρξία, μεμιάς μές στις περιοχές της ίδιας της χώρας των παραμυθιών—σ'ένα παλάτι της φαντασίας—στις τραχιές επικράτειες της μοναστικής σκέψης και της πολυμάθειας—δεν είναι μοναδικό το ότι κοιτούσα γύρω μου με ξαφνιασμένα και διακαή μάτια—ότι χασομέρησα την παιδική μου ηλικία στα βιβλία και σπατάλησα την νιότη μου σε ονειροπόληση· όμως είναι μοναδικό που καθώς τα χρόνια κυλούσαν και το μεσημέρι της ενηλικίωσής μου με βρήκε ακόμα στην έπαυλη των πατέρων μου—είναι αξιοθαύμαστο τι στασιμότητα έπεσε πάνω στα ελατήρια της ζωής μου—αξιοθαύμαστο πόσο πλήρης ήτο η αντιστροφή που έλαβε χώρα στον χαρακτήρα των πιο συνηθισμένων μου σκέψεων. Οι αλήθειες του κόσμου με επηρέαζαν σαν οράματα, και μόνο ως οράματα, ενώ οι ξέφρενες ιδέες της γης των ονείρων έγιναν με τη σειρά τους,—όχι το υλικό της καθημερινής μου ύπαρξης—αλλά στην πράξη η ίδια η ύπαρξη απόλυτα και αποκλειστικά από μόνες τους.




Η Βερενίκη και εγώ ήμασταν ξάδελφοι και μεγαλώσαμε μαζί στους πατρικούς μου διαδρόμους. Όμως διαφορετικά μεγαλώσαμε—εγώ ασθενής στην υγεία και βουτηγμένος στην μελαγχολία—αυτή ευέλικτη, εύχαρις και πλημμυρίζοντας από ενέργεια· αυτής ο περίπατος πάνω στον λόφο—εμένα οι σπουδές του μοναστηριού—εγώ ζώντας εντός της δικιάς μου καρδιάς και εθισμένος ψυχή τε και σώματι στον πιο έντονο και επώδυνο διαλογισμό—αυτή περιπλανώμενη ανέμελα μέσα στη ζωή χωρίς να σκέφτεται τις σκιές στο μονοπάτι της ή τη σιωπηλή φυγή των κορακό-φτερων ωρών. Βερενίκη!—καλώ το όνομά της—Βερενίκη!—και απ'τα γκρίζα ερείπια της μνήμης χιλιάδες ταραχώδεις αναμνήσεις ανακινούνται στο άκουσμα! Α! έντονη είναι τώρα η εικόνα της μπροστά μου, όπως τις πρώτες μέρες της ξεγνοιασιάς και της χαράς της! Ω! πανέμορφη μα και πλασματική ομορφιά! Ω! σύλφη μές στους θάμνους του Arnheim!—Ω! Ναϊάδα ανάμεσα στα συντριβάνια του!—και έπειτα—έπειτα όλα είναι μυστήριο και τρόμος και μια ιστορία η οποία δεν πρέπει να ειπωθεί. Αρρώστια—μια μοιραία αρρώστια—έπεσε σαν τον λίβα επάνω στον σκελετό της και, ακόμα και καθώς την κοίταζα, το πνεύμα της αλλαγής περνούσε σαν κύμα από πάνω της, διαχεόμενο στο μυαλό της, στις συνήθειες της και στον χαρακτήρα της και, μ'εναν τρόπο πολύ ανεπαίσθητο και τρομερό, επηρεάζοντας ακόμα και την ταυτότητα του ατόμου της! Φευ! ο καταστροφέας ήρθε κι έφυγε!—και το θύμα—που είναι αυτή; δεν την αναγνώριζα—ή δεν την αναγνώριζα πια ως Βερενίκη.

Ανάμεσα στις πολυάριθμες παθήσεις που επεισάχθηκαν από εκείνη την μοιραία και πρωταρχική που προκάλεσε μια στροφή τόσο φρικτή στη θνητή και φυσική ύπαρξη της ξαδέρφης μου, μπορεί να αναφερθεί ως η οδυνηρότερη και πιο επίμονη ως προς τη φύση της, ένα είδος επιληψίας που όχι σπάνια κατέληγε σε καταληψία—καταληψία η οποία ομοίαζε πολύ σε θετική διάλυση και απ'την οποία ο τρόπος ανάνηψης ήταν στις περισσότερες των περιπτώσεων, αναπάντεχα απότομος. Εν τω μεταξύ, η δικιά μου αρρώστια—γιατί μου έχουν πει ότι δεν πρέπει να την αποκαλώ αλλιώς—η δικιά μου αρρώστια, τότε, αναπτύχθηκε ραγδαία πάνω μου και προσέλαβε τελικά ένα μονομανή χαρακτήρα πρωτότυπης και ασυνήθιστης μορφής—ώρα με την ώρα και στιγμή τη στιγμή κερδίζοντας σφρίγος—και διεξοδικά αποκτώντας πάνω μου την πιο ακατανόητη υπεροχή. Αυτή η μονομανία, αν πρέπει έτσι να την ονομάσω, συνίστατο σε μία νοσηρή ευερεθιστότητα εκείνων των ιδιοτήτων του μυαλού που στην μεταφυσική επιστήμη ονομάζονται το προσηλωτικό. Είναι παραπάνω από πιθανό ότι δεν γίνομαι κατανοητός· αλλά φοβάμαι, πράγματι, πως δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να μεταδόσω στο μυαλό του γενικού αναγνώστη, μια επαρκή ιδέα για την νευρική ένταση του ενδιαφέροντος με την οποία, στην περίπτωσή μου, οι δυνάμεις του διαλογισμού (για να μην μιλήσω τεχνικά) ασχολούνταν με τον αναλογισμό ακόμα και των πιο συνηθισμένων αντικειμένων στο σύμπαν.

Να ρεμβάζω για πολλές ακούραστες ώρες με την προσοχή μου καρφωμένη σε κάποια επιπόλαια συσκευή στο περιθώριο, ή στην τοπογραφία ενός βιβλίου· να απορροφούμαι για το μεγαλύτερο μέρος μιας καλοκαιρινής μέρας, σε μία εκκεντρική σκιά καθώς πέφτει λοξά πάνω στην ταπισερί, ή πάνω στην πόρτα· να χάνω τον εαυτό μου μια ολόκληρη νύχτα κοιτώντας τη σταθερή φλόγα μίας λάμπας, ή τις στάχτες μιας φωτιάς· να ονειρεύομαι μέρες ολόκληρες πάνω στο άρωμα ενός λουλουδιού· να επαναλαμβάνω μονότονα κάποια κοινή λέξη μέχρι ο ήχος, χάρη στην συχνή επανάληψη, να σταματήσει να μεταδίδει οποιαδήποτε ιδέα στο μυαλό· να χάνω κάθε αίσθηση κίνησης ή φυσικής ύπαρξης, με την μέθοδο της απόλυτης σωματικής ηρεμίας στην οποία επί μακρόν και πεισματικά επέμενα·—τέτοιες ήταν μερικές απ'τις πιο συνηθισμένες και λιγότερο καταστροφικές ιδιοτροπίες που προκλήθηκαν από μια κατάσταση των νοητικών δυνατοτήτων, όχι εντελώς χωρίς προηγούμενο, αλλά οπωσδήποτε αψηφώντας κάθε προσπάθεια για ανάλυση ή επεξήγηση.

Όμως ας μην παρανοηθώ. Η αδικαιολόγητη, ειλικρινής και νοσηρή προσοχή που διεγείροταν έτσι από αντικείμενα επιπόλαια στη φύση τους, δεν πρέπει να συγχυστεί στον χαρακτήρα με εκείνη την μηρυκαστική τάση που είναι κοινή σε όλο το ανθρώπινο είδος και στην οποία ενδίδουν κυρίως άτομα με φλογερή φαντασία. Δεν ήταν ούτε καν, όπως μπορεί να υποτεθεί αρχικά, μια ακραία κατάσταση ή υπερβολή μιας τέτοιας τάσης, αλλά πρωταρχικά και στην ουσία ξεχωριστή και διαφορετική. Στη μια περίπτωση, ο ονειροπόλος ή θιασώτης, ενδιαφερόμενος για ένα αντικείμενο συνήθως όχι επιπόλαιο, ανεπαίσθητα χάνει επαφή με το αντικείμενο αυτό μέσα σε μια ζούγκλα συμπερασμάτων και προτάσεων πηγάζουσων από εκεί, μέχρι που στην κατάληξη μιας ρέμβης, συχνά γεμάτης χλιδή, βρίσκει το πρωταρχικό αίτιο των στοχασμών του τελείως εξαφανισμένο και ξεχασμένο. Στην περίπτωσή μου, το πρωταρχικό αντικείμενο ήταν μονίμως επιπόλαιο, κι όμως προσλάμβανε μέσω της εξασθενημένης μου όρασης, μια διαθλασμένη και απατηλή σημασία. Λίγες επαγωγές γίνονταν, αν γίνονταν καν· και αυτές οι λίγες επέστρεφαν πεισματικά στο αρχικό αντικείμενο σαν επίκεντρο. Οι διαλογισμοί δεν ήταν ποτέ ευχάριστοι· και, στο τέλος της ονειροπόλησης, το πρωταρχικό αίτιο, τόσο μακριά απ'το να μην είναι ορατό, είχε φτάσει σ'εκείνο το υπερφυσικά υπερβολικό ενδιαφέρον το οποίο ήταν το κυρίαρχο γνώρισμα της ασθένειας. Με μία λέξη, οι δυνάμεις του μυαλού οι πιο κύρια ασκούμενες ήταν, για μένα, όπως είπα πιο πριν, το προσηλωτικό, ενώ για τον ονειροπόλο είναι το φαντασιακό.

Τα βιβλία μου, την εποχή εκείνη, αν στην πραγματικότητα δεν βοήθησαν στην έξαψη της διαταραχής, μοιράζονταν, όπως θα γίνει αντιληπτό, σε μεγάλο βαθμό, με την ευφάνταστη και ασήμαντη φύση τους, τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ίδιας της διαταραχής. Θυμάμαι καλά, μεταξύ άλλων, την διατριβή του ευγενούς Ιταλού Coelius Secundus Curio "de Amplitudine Beati Regni dei"· το υπέροχο έργο του Άγιου Αυγουστίνου, την "Πόλη του Θεού"· και το "de Carne Christi" του Τερτουλλιανού, στο οποίο η αντιφατική πρόταση "Mortuus est Dei filius; credible est quia ineptum est: et sepultus resurrexit; certum est quia impossibile est" κατέλαβε την αμέριστη προσοχή μου, για πολλές εβδομάδες κοπιαστικής και άκαρπης έρευνας.

Έτσι θα φανεί ότι, κινούμενο εκτός ισορροπίας μόνο από ασήμαντα πράγματα, το λογικό μου έφερε μεγάλη ομοιότητα με εκείνα τα κατσάβραχα του ωκεανού για τα οποία μιλάει ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων, τα οποία σταθερά αντιστεκόμενα στις επιθέσεις της ανθρώπινης βίας και στην αγριότερη μανία των υδάτων και των ανέμων, έτρεμαν μόνο στο άγγιγμα του λουλουδιού που ονομάζεται Ασφόδελος. Και παρόλο που, σε έναν απρόσεχτο στοχαστή, μπορεί να φαίνεται θέμα πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η μετατροπή που συντελέστηκε, απ'την ατυχή της ασθένεια, στην ηθική κατάσταση της Βερενίκης, θα μου έδινε πολλά αντικείμενα για την εξάσκηση εκείνου του έντονου και αφύσικου διαλογισμού του οποίου την φύση δυσκολεύτηκα τώρα δα να εξηγήσω, εν τούτοις δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Στα διαυγή διαλείμματα της αναπηρίας μου, η συμφορά της, όντως, μου προκαλούσε πόνο και, παίρνοντας κατάκαρδα το ολοκληρωτικό ναυάγιο της ωραίας και ήπιας ζωής της, δεν παρέλειπα να αναλογίζομαι συχνά και με πικρία τα θαυματουργά μέσα με τα οποία μια τόσο περίεργη στροφή είχε τόσο έξαφνα κάνει την εμφάνισή της. Αλλά αυτοί οι συλλογισμοί δεν μοιράζονταν την ιδιοσυγκρασία της ασθένειάς μου και ήταν τέτοιοι όπως αυτοί που θα προέκυπταν, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, στην απλή μάζα του ανθρώπινου είδους. Πιστή στον χαρακτήρα της, η αρρώστια μου διασκέδαζε με τις λιγότερο σημαντικές μα πιο αναπάντεχες αλλαγές που είχαν προκληθεί στο φυσικό πλαίσιο της Βερενίκης—στην μοναδική και πιο αποκρουστική παραμόρφωση της προσωπικής της ταυτότητας.

Κατά την διάρκεια των λαμπρότερων μερών της απαράμιλλης ομορφιάς της, σίγουρα δεν την είχα ποτέ ερωτευτεί. Μέσα στην περίεργη ανωμαλία της ύπαρξής μου, τα συναισθήματα για μένα, δεν είχαν υπάρξει ποτέ της καρδιάς και τα πάθη μου ήταν πάντα του μυαλού. Μέσα στο γκρίζο του πρώιμου πρωινού—ανάμεσα στις σαν δίχτυα σκιές του δάσους το απόγευμα—και στην σιωπή της βιβλιοθήκης μου την νύχτα, είχε περάσει φευγαλέα μπροστά στα μάτια μου και την είχα δει—όχι σαν την ζωντανή και αναπνέουσα Βερενίκη, αλλά σαν την Βερενίκη ενός ονείρου—όχι σαν ένα πλάσμα της γης, γήινο, αλλά σα μια αφαίρεση ενός τέτοιου πλάσματος—όχι σαν ένα πράγμα για θαυμασμό αλλά για ανάλυση—όχι σαν ένα αντικείμενο αγάπης αλλά σαν το θέμα της πιο δυσνόητης μα αμεθόδευτης εικασίας. Και τώρα—τώρα ανατρίχιαζα στην παρουσία της και χλώμιαζα στο πλησίασμά της· όμως θρηνώντας πικρά την έκπτωτη και συντετριμμένη της κατάστασή, υπενθύμιζα στον εαυτό μου ότι με είχε αγαπήσει επί μακρόν και, σε μια κακή στιγμή, της μίλησα για γάμο.

Και διεξοδικά, η περίοδος της γαμήλιας τελετής μας πλησίαζε, όταν, ένα απόγευμα κατά τον χειμώνα του έτους,—μία απ'αυτές τις άκαιρα ζεστές, γαλήνιες και ομιχλώδεις μέρες που είναι η μαία της όμορφης Αλκυόνης,—κάθησα (και κάθησα, όπως νόμιζα, μόνος μου) στο εσωτερικό δωμάτιο της βιβλιοθήκης. Όμως, υψώνοντας τα μάτια μου, είδα ότι η Βερενίκη έστεκε όρθια μπροστά μου.

Ήταν η δικιά μου ερεθισμένη φαντασία—ή η ομιχλώδης επίδραση της ατμόσφαιρας—ή το αβέβαιο λυκόφως της αίθουσας—ή οι γκρίζες κουρτίνες που έπεφταν γύρω απ'την φιγούρα της—που προκάλεσε σ'αυτήν ένα τόσο αμφίρροπο και ασαφές περίγραμμα; Δεν μπορούσα να πω. Δεν έλεγε τίποτα, εγώ—ούτε για όλο τον κόσμο δεν θα μπορούσα να προφέρω μια συλλαβή. Ένα παγερό σύγκρυο διαπέρασε το σώμα μου· μια αίσθηση ανυπόφορης αγωνίας με καταπίεζε· μια ακατανίκητη περιέργεια διαχεόταν στην ψυχή μου· και βυθιζόμενος πίσω στην καρέκλα, παρέμεινα για λίγη ώρα άπνοος και ακίνητος, με τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στο άτομό της. Αλίμονο! η ισχνότητα ήταν υπερβολική και ούτε ένα κατάλοιπο απ'τον προηγούμενό της εαυτό δεν ελλόχευε σε οποιαδήποτε γραμμή της μορφής της. Οι φλογερές μου ματιές έπεφταν επί μακρόν πάνω στο πρόσωπο.

Το μέτωπο ήταν ψηλό, και πολύ χλωμό, και μοναδικά ατάραχο· και τα κάποτε κατάμαυρα μαλιά έπεφταν μερικώς πάνω του και επισκίαζαν τους άδειους κροτάφους με αμέτρητες μπούκλες ενός τώρα ζωηρού κίτρινου, και αυτές χτυπούσαν ασύμφωνα, λόγω του φανταστικού τους χαρακτήρα, με την κυρίαρχη μελαγχολία της φυσιογνωμίας. Τα μάτια ήταν άψυχα, και χωρίς λάμψη, και φαινομενικά έλειπε η κόρη τους, και εγώ μαζεύτηκα άθελα μου απ'το γυάλινο βλέμμα τους σε σκέψεις για τα λεπτά και συρρικνωμένα χείλια. Χώρισαν· και σ'ένα χαμόγελο με περίεργο νόημα, τα δόντια της αλλαγμένης Βερενίκης αποκαλύφθηκαν σιγά σιγά στην όραση μου. Μάρτυς μου ο Θεός, εύχομαι να μην τα είχα δει ποτέ μου, ή βλέποντας τα, να είχα πεθάνει!




Το κλείσιμο της πόρτας με τάραξε και, σηκώνοντας το βλέμμα, ανακάλυψα ότι η ξαδέρφη μου είχε αποχωρήσει απ'την αίθουσα. Αλλά απ'την ακατάστατη αίθουσα του μυαλού μου δεν είχε, αλίμονο! αποχωρήσει, και δεν επρόκειτο να απωθηθεί, το λευκό και αποτρόπαιο φάσμα των δοντιών. Ούτε ένα στίγμα πάνω στην επιφάνειά τους—καμιά απόχρωση στο σμάλτο τους—καμιά εγκοπή στις άκριες τους—παρά αυτό που το διάστημα του χαμόγελού της είχε φτάσει για να εντυπωθεί στην μνήμη μου. Τα έβλεπα τώρα ακόμα πιο κατηγορηματικά απ'ότι τα είδα τότε. Τα δόντια!—τα δόντια!—ήταν εδώ, κι εκεί, και παντού, και εμφανώς και ολοφάνερα εμπρός μου· μακριά, στενά, και υπερβολικά άσπρα, με τα χλωμά χείλια να συστρέφονται γύρω τους, σαν την ίδια τη στιγμή της πρώτης τους τρομερής ανάπτυξης. Μετά ήρθε το πλήρες μένος της μονομανίας μου, και πάλεψα μάταια ενάντια στην περίεργη και ακαταμάχητη επιρροή της. Στα πολλαπλά αντικείμενου του εξωτερικού κόσμου δεν είχα σκέψεις παρά μόνο για τα δόντια. Για αυτά λαχταρούσα με μια ξέφρενη επιθυμία. Όλα τ'άλλα ζητήματα και όλα τ'άλλα ενδιαφέροντα απορροφήθηκαν στην δικιά τους αναπόληση. Αυτά—αυτά μόνο ήταν παρόντα στο μάτι του νου, και αυτά, μέσα στην ατομικότητά τους, γίνανε η ουσία της πνευματικής μου ζωής. Τα κρατούσα μπροστά σε κάθε φως. Τα έστρεφα σε κάθε στάση. Ερευνούσα τα χαρακτηριστικά τους. Κολλούσα πάνω στις ιδιαιτερότητές τους. Αναλογιζόμουν την διαμόρφωσή τους. Ρέμβαζα πάνω στην μεταβολή της φύσης τους. Ανατρίχιαζα καθώς ανέθετα σ'αυτά στην φαντασία μου μια ευαίσθητη και αισθαντική δύναμη, και ακόμα και όταν δεν υποβοηθούνταν απ'τα χείλη, μια ικανότητα ηθικής έκφρασης. Για την δεσποινίδα Salle έχει καλώς ειπωθεί, "que tous ces pas etaient des sentiments," για την Βερενίκη πιο σοβαρά πίστευα que toutes ces dents etaient des idees. Des idees!—α εδώ ήταν η βλακώδης σκέψη που με κατέστρεψε! Des idees!—α επόμενο ήταν να τα εποφθαλμιώ τόσο παράφορα! Ένιωθα ότι η κατοχή τους και μόνο θα μπορούσε να αποκαταστήσει την γαλήνη μου, επιστρέφοντάς με στην λογική.

Και το απόγευμα έσφιξε τον κλοιό του γύρω μου μ'αυτό τον τρόπο—και τότε το σκοτάδι ήρθε, και πίσσωσε, και έφυγε—και η μέρα ανέτειλε πάλι—και οι ομίχλες μιας δεύτερης νύχτας μαζεύονταν τώρα γύρω μου—και ακόμα καθόμουν ακίνητος σ'εκείνο το μοναχικό δωμάτιο· και ακόμα ήμουν χαμένος μέσα στο διαλογισμό, και ακόμα το φάντασμα των δοντιών διατηρούσε την τρομερή του υπεροχή πάνω μου καθώς, με την πιο ζωντανή φρικτή διακριτότητα, αιωρείτο τριγύρω ανάμεσα στα μεταβαλλόμενα φώτα και σκιές της αίθουσας. Μετά από πολλή ώρα διέκοψε τα όνειρά μου μια κραυγή σαν από τρόμο κι απογοήτευση· και έπειτα, μετά από μια παύση, ακολούθησε ο ήχος προβληματισμένων φωνών, ανακατωμένων με πολλά σιγανά βογκητά θλίψης, ή πόνου. Σηκώθηκα απ'το κάθισμά μου και, σπρώχνοντας ανοικτή μια απ'τις πόρτες της βιβλιοθήκης, είδα να στέκεται έξω στον προθάλαμο μια υπηρέτρια, μέσα στα κλάματα, η οποία μου είπε ότι η Βερενίκη δεν υπήρχε πια. Είχε αδραχτεί από επιληψία νωρίς το πρωί και τώρα, στο πλησίασμα της νύχτας, ο τάφος ήταν έτοιμος για την ένοικό του, και όλες οι προετοιμασίες για την ταφή είχαν ολοκληρωθεί.




Βρήκα τον εαυτό μου να κάθεται στην βιβλιοθήκη, και πάλι να κάθεται εκεί μόνος. Φαινόταν ότι είχα εκ νέου ξυπνήσει από ένα μπερδεμένο και συναρπαστικό όνειρο. Ήξερα ότι ήταν τώρα μεσάνυχτα και είχα συνείδηση του ότι απ'τη δύση του ηλίου η Βερενίκη είχε ενταφιαστεί. Αλλά γι'αυτή την πληκτική περίοδο που μεσολάβησε δεν είχα θετική—τουλάχιστον όχι οριστική κατανόηση. Κι όμως η ανάμνησής της ήταν υπερπλήρης φόβου—φόβου πιο φοβερού απ'το να είναι ασαφής και τρόμου πιο τρομερού απ'την αμφισημία. Ήταν μια έντρομη σελίδα στην καταχώρηση της ύπαρξης μου, γραμμένη ολόκληρη με αμυδρές και φρικτές και ακατάληπτες αναμνήσεις. Μόχθησα να τις αποκρυπτογραφήσω, αλλά εις μάτην· διαρκώς και επαναλαμβανόμενα, σαν το πνεύμα ενός χαμένου ήχου, η οξεία και διαπεραστική στριγκλιά μιας γυναικείας φωνής έμοιαζε να κουδουνίζει στ'αυτιά μου. Είχα κάνει μια πράξη—αλλά τι ήταν αυτή; Ρώτησα τον εαυτό μου την ερώτηση φωναχτά και η ψιθυρίζουσα ηχώ της αίθουσας μου απάντησε "τι ήταν αυτή;"

Πάνω στο τραπέζι δίπλα μου έκαιγε μια λάμπα και δίπλα της βρισκόταν ένα μικρό κουτί. Δεν είχε κάποιον αξιοπρόσεκτο χαρακτήρα και το είχα δει συχνά προηγουμένως γιατί ήταν ιδιοκτησία του οικογενειακού γιατρού· αλλά πώς ήρθε εδώ, πάνω στο τραπέζι μου και γιατί ανατρίχιαζα θωρώντας το; Αυτά τα πράγματα δεν μπορούσα να τα αιτιολογήσω με κανένα τρόπο, και τα μάτια μου στο τέλος έπεσαν πάνω στις ανοιχτές σελίδες ενός βιβλίου και σε μια πρόταση υπογραμμισμένη εκεί μέσα. Οι λέξεις ήταν οι ιδιαίτερες αλλά απλές του ποιητή Ebn Zaiat, "Dicebant mihi sodales si sepulchrum amicae visitarem, curas meas aliquantulum fore levatas." Γιατί τότε, καθώς τις εξέταζα, τα μαλλιά της κεφαλής μου σηκώθηκαν όρθια και το αίμα του σώματός μου πάγωσε μες στις φλέβες μου;

Εκεί ήρθε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα της βιβλιοθήκης και, χλωμός σαν τον ένοικο ενός τάφου, ένας υπηρέτης μπήκε στις μύτες των ποδιών. Η εμφάνιση του ήταν άγριεμένη απ'τον τρόμο και μου μιλούσε με μια φωνή τρεμάμενη, βραχνή και πολύ χαμηλή. Τι μου είπε;—κάποιες κομματιαστές προτάσεις τις άκουσα. Μίλησε για μια άγρια κραυγή που διατάραξε την ησυχία της νύχτας—για την συγκέντρωση όλου του προσωπικού του σπιτιού—για μια έρευνα προς την κατεύθυνση του ήχου·—και τότε ο τόνος του εγινε συγκλονιστικά μοναδικός καθώς μου ψιθύρισε για έναν βεβηλωμένο τάφο—για ένα παραμορφωμένο σώμα σαβανωμένο, όμως ακόμα αναπνέον, ακόμα παλλόμενο, ακόμα ζωντανό!

Έδειξε προς τα ενδύματα·—ήταν λασπωμένα και γεμάτα με πηχτό αίμα. Δεν μίλησα και με πήρε μαλακά απ'το χέρι· ήταν χαραγμένο με το εντύπωμα ανθρώπινων νυχιών. Κατήυθυνε την προσοχή μου σε κάποιο αντικείμενο ακουμπισμένο στον τοίχο· το κοίταξα για κάποια λεπτά· ήταν ένα φτυάρι. Με ένα ξεφωνητό αναπήδησα προς το τραπέζι και άδραξα το κουτί που κείτοταν πάνω σ'αυτό. Αλλά δεν μπορούσα να το ανοίξω και με το τρέμουλό μου, αυτό γλίστρησε απ'τα χέρια μου και έπεσε βαριά και έγινε κομμάτια· κι απ'αυτό με ένα κροταλιστό θόρυβο, κύλισαν έξω μερικά οδοντριατρικά χειρουργικά εργαλεία, ανακατωμένα με τριαντα-δύο μικρές, λευκές, ομοιάζουσες σε ελεφαντόδοντο ουσίες, οι οποίες σκόρπισαν εδώ κι εκεί σε όλο το πάτωμα.