Ο τυφλοσύρτης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

format
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
(format)
- Δάσκαλε ! ...
 
Εκαλείτο Γιάννης Αλογάκης και ήτο εις εκ των αμελεστέρων, ως εικός. Ευρίσκετο από τριών ετών εις την Β' τάξιν, εναντίον του κανονισμού. Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως απώτατα του διδασκάλου.
 
Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως απώτατα του διδασκάλου.
 
- Ποίος ωμίλησεν; ηρώτησεν ο διδάσκαλος.
- Δάσκαλε, επανέλαβεν, ο Γιάννης Αλογάκης, εγώ τα έγραψα εις τον μαυροπίνακα.
 
Είχε μάθει από δέκα ετών, εν τε τω Δημοτικώ και τω Ελληνικώ, τόσα γράμματα, όσα ήρκουν δια ν' αντιγράφη εκ των βιβλίων δια κιμωλίας τον τυφλοσύρτην επί του μαυροπίνακος.
 
 
Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.
 
- Μη με δέρνης, γιατί μου πονούν τα κόκκαλά μου, διδάσκαλε, είπεν αφελώς. Μ' έδειρες πολύ τες προάλλες. Γονάτισέ με, καλλίτερα.
 
Ο διδάσκαλος του κατέφερε μόνον δύο εις την ράχιν, και είπεν'
 
- Ας είναι, γονάτισε.
 
Ο Αλογάκης έλαβε την κιμωλίαν, εχάραξεν επί του δαπέδου μικρόν ελλειψοειδές σχήμα, δια να είναι το όριον του τόπου της τιμωρίας του, κι εγονυπέτησεν εντός τούτου, κρατών και το βιβλίον ανοικτόν εις τας χείρας.
 
Ο Γιάννης είχε γονατίσει σύρριζα εις τον τοίχον, βλέπων προς την διδασκαλικήν έδραν, ακριβώς υπό τον μαυροπίνακα. Βιάζων τον εαυτόν του να κοιτάζη εις το βιβλίον και σφίγγων τους οδόντας εφυλάττετο να μην κάμη σχήματα και μορφασμούς, προκαλούντας των συμμαθητών τον γέλωτα, διότι ήξευρεν, ότι η ράχις του γονυπετούς είναι η μάλιστα υποκειμένη εις το κράτος της διδασκαλικής ράβδου.
 
Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε, τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους οδόντας καξ απέφευγε να συναντήση το βλέμμα τινός των μαθητών, φοβούμενος να μη ανταποκριθή ακουσίως εις τους γέλωτας των ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας εποίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ' όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το βλέμμα του Κώστα του Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος, αλλά και όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψη τις το πιθηκοειδές μούτρον του, δια να καγχάση ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να πνίξη και να συγκρατήση τον γέλωτα, αλλ' εις εκ του δευτέρου θρανίου απήντησε δια μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν, ηγέρθη και ήλθεν απειλητικός προς τα θρανία.
 
- Ποίος γελά; ηρώτησε πάλλων την βέργαν.
 
- Κανείς, διδάσκαλε, απήντησεν ο Κώστας ο Αϊβαλής.
 
Ο διδάσκαλος κατέφερε μίαν εις τον αριστερόν ώμον του Αϊβαλή, όστις περιεστάλη, εδάγκασε τα χείλη, κι εξηκολούθησε να γελά σιγανώτερα.
 
- Ποίος εγέλασε; επανέλαβεν ο διδάσκαλος.
 
Ουδείς απήντησεν. Όσοι των νεωτέρων μαθητών ήσαν "μαρτυριάρικα" και "προδότικα" από του Δημοτικού Σχολείου, στιγματιζόμενοι δια των επιθέτων, και στενοχωρημένοι δια τρόπων περιφρονήσεως υπό των μεγαλειτέρων την ηλικίαν συμμαθητών των, διωρθώνοντο άμα έφθανον εις το Ελληνικόν. Έπειτα, και αν ήτο τις ''μαρτυριάρης'', εφοβείτο να εξασκήση την τοιαύτην ροπήν του εν πλήθοντι θαλάμω, εν αντιπαραστάσει διδασκάλου και μαθητών.
 
Ο διδάσκαλος εν τούτοις ίστατο σύνεγγυς, άνωθεν της κεφαλής του Πατρόκλου Καμπίδου, νεαρωτάτου μαθητού, όστις, καταχρώμενος το οφθαλμικόν ελάττωμα του διδασκάλου, ένευε με φαιδρούς μορφασμούς προς τον Γιάννην Αλογάκην. Ούτος, ως είδε τον διδάσκαλον στρέψαντα προς αυτόν τα νώτα, εστοχάσθη, ότι καλόν ήτο να επωφεληθή την ευνοϊκήν στιγμήν, και σηκωθείς όρθιος έτριβε τα γόνατά του. Ο διδάσκαλος, όσον και αν ήτο μύωψ, είδε τα νεύματα και τους μίμους του ενώπιόν του καθημένου μαθητού, ενόησεν ότι απηυθύνοντο προς τον τιμωρούμενον και εστράφη αποτόμως. Ο Γιάννης εξαφνισθείς έσπευσε να γονατίση εκ νέου, αλλ' ο διδάσκαλος επρόφθασε και τον είδεν, είτε ως σκιάν, είτε ως δένδρον, όρθιον ακόμη και είτα μεταβαίνοντα εις την γονυκλινή στάσιν.
 
Ο διδάσκαλος ενόμισεν, ότι εύρε την λύσιν του αινίγματος, την κλείδα του μυστηρίου. Επίστευσεν, ότι ο αίτιος των γελώτων ήτο ο Αλογάκης, και υπέθεσεν ότι ο πτωχός μαθητής, εξ αρχής, και πριν αυτός ανασηκωθή από της έδρας, είχεν εγκαταλείψει βέβαια αυθαιρέτως και ασεβώς την στάσιν του τιμωρουμένου, και εντεύθεν προήρχοντο οι γέλωτες των μαθητών.
 
Ωργίσθη τότε φοβερά, και υψώσας την λεπτήν ράβδον έδειρεν ασπλάχνως τον πτωχόν κατάδικον.
 
- Τι χτυπάς, δάσκαλε; τι χτυπάς; εγόγγυσεν, αρχίσας να κλαίη, όχι τόσον από τον πόνον των ραβδισμών, όσον από άλλον ενδόμυχον πόνον αισχύνης και ταπεινώσεως και συναισθήσεως του αδίκου ο πτωχός νέος. Δε μου φταις του λόγου σου, δε μου φταίει άλλος κανείς... Φταίνε οι γονιοί μου, που δε θέλουν να με μπαρκάρουν... και μ' αφήνουν κοτζάμ γαϊδούρι, να μάθω με το στανιό γράμματα...
 
Ο διδάσκαλος εχαμήλωσε την βέργαν του.
 
- Μόνος σου ηύρες τ' όνομά σου, είπε μετά χαιρεκακίας... Από ''ιππάριον'' επροβιβάσθης κι έγινες ''όναρος''.
 
Ο οίκτος επάλαιεν εις τα ενδόμυχά του με οργήν. Εν τούτοις, ως τελευταίαν τιμωρίαν υπεχρέωσε τον γονατισμένον να στρέψη το πρόσωπον προς τον τοίχον, δια να μη βλέπη τους συμμαθητάς του και τους κάμνη δια μορφασμών να γελώσιν.
 
Ακολούθως, στραφείς προς τον όμιλον των μαθητών, μετά αυστηρότητος απήγγειλε απροσδόκητον απόφασιν'
 
- Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώραν την κακοήθειαν τούτου ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και τον μαυροπίνακα) και δεν εκάματε το χρέος σας να καταγγείλητε τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Τούτο αποδεικνύει την αυθάδειαν και την αναισθησίαν σας. Όλοι θα τιμωρηθήτε!
 
Και μετ' επισήμου τόνου προσέθηκε'
 
- Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!
 
 
 
Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του κι εξηκολούθησε την τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας, την οποίαν είχεν αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκοίταξε το ωρολόγιόν του και είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου και ήρχισε να εξηγή το παρακάτω.
 
Σημείον, ότι το πρωινόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας. Αλλά όσον ποθεινή ήτον άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθή εις νηστείαν.
 
Είναι αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος εξωθεν την θύραν και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαιεκ της αργοπορίας του περιμενομένου, ή δι' άλλων σημάτων και δια γειτονισσών του σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και τυρού εις λευκόν ή χρωματιστόν προσόψιον, και δια των παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψόροφον δώμα, ματαιούσαι το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής μεθόδου.
 
Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία ημέρα της Απόκρεω, του Αγίου Φιλίππου, μεσούντος Νοεμβρίου, και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπιτταν μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ' ολίγου ζωμού κρέατος, επί τεσσαράκοντα ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν' αποζημιωθώσι.
 
Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανα τα τρία μαθητικά βάθρα, συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του διδασκάλου, όστις μετ' ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των δύο σελίδων, ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτερύγας, και άφατον εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, εν ω ιστορείτο ακριβώς και μετά των περιπαθεστέρων της σατίρας τόνων η σκυτάλη και τα ευεργετικά αυτής αποτελέσματα.
 
Εις των μαθητών, ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά - σιγά πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχη φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον παρατηρήση.
 
Μετ' ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα η Μόρφω η Καρούμπαινα, εμάλλωνε με την γειτόνισσάν της την Διομήναν' ότι την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον σύζυγον της δευτέρας, τον μπαρμπα-Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως και σπεύσαντα να λάβη μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε μ' ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και ολίγον έλειψε να τον κτυπήση' ότι άμα τον έφθασε, του έδωσε δύο γροθιές κι επιάσθη μ' αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι δια των χειρών ν' απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κι επαφής προς το επανωκόρμι των, ως ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον κι εκπληκτικόν.
 
Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλης, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν έχασε καιρόν, αλλ' εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα, και πατών επ' άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις τον πρόδομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο Γεωργούτσος.
 
Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις αντάμωσιν των δύο. Τέταρτος μετ' αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του δευτέρου και τρίτου θρανίου.
 
Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσειτα βιβλία και τα τετράδιά του επί του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδή μόνον τον καυγάν και να γυρίσει εγκαίρως, πριν τελειώσει ο διδάσκαλος την ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της εξηγήσεως. Αλλ' ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν φροντίσει να βάλωσι τα βιβλία και τα τετράδιά των εις τους κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι, αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κι ελεύθερος ήτο να διπλασιάση δι' άλλην ημέραν, οπού να μην είναι αποκρηά, την ποινήν της νηστείας. Αι ημέραι μάλιστα της Τεσσαρακοστής προς τούτο είχον γίνει.
 
Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ' εξ, και δεν έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι "ευπειθείς" και "επιμελείς" μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου.
 
Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη, ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς την συνήθη ερώτησιν'
 
- Το εννοήσατε;
 
Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τέσσαρας σκιάς επί του πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν έρημα.
 
- Τί έγινε; Πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη.
 
Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην, όστις θεωρήσας, άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γονατα.
 
- Τι με κοιτάζεις, δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης' τι σου φταίω εγώ; Μ' εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που φύγανε...
 
 
Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.
- Μη με δέρνης, γιατί μου πονούν τα κόκκαλά μου, διδάσκαλε, είπεν αφελώς. Μ' έδειρες πολύ τες προάλλες. Γονάτισέ με, καλλίτερα.
Ο διδάσκαλος του κατέφερε μόνον δύο εις την ράχιν, και είπεν'
- Ας είναι, γονάτισε.
Ο Αλογάκης έλαβε την κιμωλίαν, εχάραξεν επί του δαπέδου μικρόν ελλειψοειδές σχήμα, δια να είναι το όριον του τόπου της τιμωρίας του, κι εγονυπέτησεν εντός τούτου, κρατών και το βιβλίον ανοικτόν εις τας χείρας.
Ο Γιάννης είχε γονατίσει σύρριζα εις τον τοίχον, βλέπων προς την διδασκαλικήν έδραν, ακριβώς υπό τον μαυροπίνακα. Βιάζων τον εαυτόν του να κοιτάζη εις το βιβλίον και σφίγγων τους οδόντας εφυλάττετο να μην κάμη σχήματα και μορφασμούς, προκαλούντας των συμμαθητών τον γέλωτα, διότι ήξευρεν, ότι η ράχις του γονυπετούς είναι η μάλιστα υποκειμένη εις το κράτος της διδασκαλικής ράβδου.
Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε, τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους οδόντας καξ απέφευγε να συναντήση το βλέμμα τινός των μαθητών, φοβούμενος να μη ανταποκριθή ακουσίως εις τους γέλωτας των ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας εποίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ' όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το βλέμμα του Κώστα του Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος, αλλά και όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψη τις το πιθηκοειδές μούτρον του, δια να καγχάση ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να πνίξη και να συγκρατήση τον γέλωτα, αλλ' εις εκ του δευτέρου θρανίου απήντησε δια μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν, ηγέρθη και ήλθεν απειλητικός προς τα θρανία.
- Ποίος γελά; ηρώτησε πάλλων την βέργαν.
- Κανείς, διδάσκαλε, απήντησεν ο Κώστας ο Αϊβαλής.
Ο διδάσκαλος κατέφερε μίαν εις τον αριστερόν ώμον του Αϊβαλή, όστις περιεστάλη, εδάγκασε τα χείλη, κι εξηκολούθησε να γελά σιγανώτερα.
- Ποίος εγέλασε; επανέλαβεν ο διδάσκαλος.
Ουδείς απήντησεν. Όσοι των νεωτέρων μαθητών ήσαν "μαρτυριάρικα" και "προδότικα" από του Δημοτικού Σχολείου, στιγματιζόμενοι δια των επιθέτων, και στενοχωρημένοι δια τρόπων περιφρονήσεως υπό των μεγαλειτέρων την ηλικίαν συμμαθητών των, διωρθώνοντο άμα έφθανον εις το Ελληνικόν. Έπειτα, και αν ήτο τις ''μαρτυριάρης'', εφοβείτο να εξασκήση την τοιαύτην ροπήν του εν πλήθοντι θαλάμω, εν αντιπαραστάσει διδασκάλου και μαθητών.
Ο διδάσκαλος εν τούτοις ίστατο σύνεγγυς, άνωθεν της κεφαλής του Πατρόκλου Καμπίδου, νεαρωτάτου μαθητού, όστις, καταχρώμενος το οφθαλμικόν ελάττωμα του διδασκάλου, ένευε με φαιδρούς μορφασμούς προς τον Γιάννην Αλογάκην. Ούτος, ως είδε τον διδάσκαλον στρέψαντα προς αυτόν τα νώτα, εστοχάσθη, ότι καλόν ήτο να επωφεληθή την ευνοϊκήν στιγμήν, και σηκωθείς όρθιος έτριβε τα γόνατά του. Ο διδάσκαλος, όσον και αν ήτο μύωψ, είδε τα νεύματα και τους μίμους του ενώπιόν του καθημένου μαθητού, ενόησεν ότι απηυθύνοντο προς τον τιμωρούμενον και εστράφη αποτόμως. Ο Γιάννης εξαφνισθείς έσπευσε να γονατίση εκ νέου, αλλ' ο διδάσκαλος επρόφθασε και τον είδεν, είτε ως σκιάν, είτε ως δένδρον, όρθιον ακόμη και είτα μεταβαίνοντα εις την γονυκλινή στάσιν.
Ο διδάσκαλος ενόμισεν, ότι εύρε την λύσιν του αινίγματος, την κλείδα του μυστηρίου. Επίστευσεν, ότι ο αίτιος των γελώτων ήτο ο Αλογάκης, και υπέθεσεν ότι ο πτωχός μαθητής, εξ αρχής, και πριν αυτός ανασηκωθή από της έδρας, είχεν εγκαταλείψει βέβαια αυθαιρέτως και ασεβώς την στάσιν του τιμωρουμένου, και εντεύθεν προήρχοντο οι γέλωτες των μαθητών.
Ωργίσθη τότε φοβερά, και υψώσας την λεπτήν ράβδον έδειρεν ασπλάχνως τον πτωχόν κατάδικον.
- Τι χτυπάς, δάσκαλε; τι χτυπάς; εγόγγυσεν, αρχίσας να κλαίη, όχι τόσον από τον πόνον των ραβδισμών, όσον από άλλον ενδόμυχον πόνον αισχύνης και ταπεινώσεως και συναισθήσεως του αδίκου ο πτωχός νέος. Δε μου φταις του λόγου σου, δε μου φταίει άλλος κανείς... Φταίνε οι γονιοί μου, που δε θέλουν να με μπαρκάρουν... και μ' αφήνουν κοτζάμ γαϊδούρι, να μάθω με το στανιό γράμματα...
Ο διδάσκαλος εχαμήλωσε την βέργαν του.
- Μόνος σου ηύρες τ' όνομά σου, είπε μετά χαιρεκακίας... Από ''ιππάριον'' επροβιβάσθης κι έγινες ''όναρος''.
Ο οίκτος επάλαιεν εις τα ενδόμυχά του με οργήν. Εν τούτοις, ως τελευταίαν τιμωρίαν υπεχρέωσε τον γονατισμένον να στρέψη το πρόσωπον προς τον τοίχον, δια να μη βλέπη τους συμμαθητάς του και τους κάμνη δια μορφασμών να γελώσιν.
Ακολούθως, στραφείς προς τον όμιλον των μαθητών, μετά αυστηρότητος απήγγειλε απροσδόκητον απόφασιν'
- Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώραν την κακοήθειαν τούτου ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και τον μαυροπίνακα) και δεν εκάματε το χρέος σας να καταγγείλητε τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Τούτο αποδεικνύει την αυθάδειαν και την αναισθησίαν σας. Όλοι θα τιμωρηθήτε!
Και μετ' επισήμου τόνου προσέθηκε'
- Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!
 
(1892)
 
Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του κι εξηκολούθησε την τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας, την οποίαν είχεν αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκοίταξε το ωρολόγιόν του και είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου και ήρχισε να εξηγή το παρακάτω.
Σημείον, ότι το πρωινόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας. Αλλά όσον ποθεινή ήτον άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθή εις νηστείαν.
Είναι αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος εξωθεν την θύραν και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαιεκ της αργοπορίας του περιμενομένου, ή δι' άλλων σημάτων και δια γειτονισσών του σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και τυρού εις λευκόν ή χρωματιστόν προσόψιον, και δια των παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψόροφον δώμα, ματαιούσαι το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής μεθόδου.
Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία ημέρα της Απόκρεω, του Αγίου Φιλίππου, μεσούντος Νοεμβρίου, και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπιτταν μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ' ολίγου ζωμού κρέατος, επί τεσσαράκοντα ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν' αποζημιωθώσι.
Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανα τα τρία μαθητικά βάθρα, συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του διδασκάλου, όστις μετ' ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των δύο σελίδων, ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτερύγας, και άφατον εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, εν ω ιστορείτο ακριβώς και μετά των περιπαθεστέρων της σατίρας τόνων η σκυτάλη και τα ευεργετικά αυτής αποτελέσματα.
Εις των μαθητών, ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά - σιγά πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχη φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον παρατηρήση.
Μετ' ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα η Μόρφω η Καρούμπαινα, εμάλλωνε με την γειτόνισσάν της την Διομήναν' ότι την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον σύζυγον της δευτέρας, τον μπαρμπα-Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως και σπεύσαντα να λάβη μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε μ' ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και ολίγον έλειψε να τον κτυπήση' ότι άμα τον έφθασε, του έδωσε δύο γροθιές κι επιάσθη μ' αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι δια των χειρών ν' απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κι επαφής προς το επανωκόρμι των, ως ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον κι εκπληκτικόν.
Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλης, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν έχασε καιρόν, αλλ' εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα, και πατών επ' άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις τον πρόδομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο Γεωργούτσος.
Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις αντάμωσιν των δύο. Τέταρτος μετ' αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του δευτέρου και τρίτου θρανίου.
Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσειτα βιβλία και τα τετράδιά του επί του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδή μόνον τον καυγάν και να γυρίσει εγκαίρως, πριν τελειώσει ο διδάσκαλος την ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της εξηγήσεως. Αλλ' ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν φροντίσει να βάλωσι τα βιβλία και τα τετράδιά των εις τους κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι, αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κι ελεύθερος ήτο να διπλασιάση δι' άλλην ημέραν, οπού να μην είναι αποκρηά, την ποινήν της νηστείας. Αι ημέραι μάλιστα της Τεσσαρακοστής προς τούτο είχον γίνει.
Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ' εξ, και δεν έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι "ευπειθείς" και "επιμελείς" μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου.
Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη, ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς την συνήθη ερώτησιν'
- Το εννοήσατε;
Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τέσσαρας σκιάς επί του πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν έρημα.
- Τί έγινε; Πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη.
Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην, όστις θεωρήσας, άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γονατα.
- Τι με κοιτάζεις, δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης' τι σου φταίω εγώ; Μ' εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που φύγανε...
(1892)
 
 
5.137

επεξεργασίες