Ο τυφλοσύρτης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ο Γεωργούτσος προσεπάθησε να φυλαχθή με τας χείρας, όσον ηδύνατο, και ηγωνίσθη να συλλάβη την βέργαν. Αλλ' ο διδάσκαλος έτι μάλλον εθύμωνεν. Ο νέος εφώναζεν, ότι δεν έπταιεν αυτός, ότι και άλλοι είχον ωφεληθή ήδη απο το ίδιον βοήθημα, "επειδή το μάθημα ήταν βαρύ και δεν μπορούσαν να το μάθουν απ' όξου", και ότι αυτός δεν ήτο ο γράψας το κείμενον επί του πίνακος.
Ο διδάσκαλος δεν είχε προσέξει, ότι και άλλαι γραμμαί, πλην του κειμένου, εφαίνοντο γραμμέναι εκεί. Επανήλθεν εις τον πίνακα, και προσκολλήσας την ρίνα επί της μαύρης σανίδος, ανεκάλυψε τους κανόνας της Γραμματικής αναγεγραμμένους ύπερθεν του Λουκιανείου κειμένου.
Αφρίζων εξ οργής, εστράφη προς το θρανίον, καί καλέσας τον μαθητήν, τον προεξετασθέντα εις την Γραμματικήν, τον διέταξε ν' ανοίξη τας παλάμας, όπως λάβη "ολίγες ξυλιές δια τον κόπον του". Αλλ' ο μαθητίσκος διεμαρτυρήθη πειστικώς, λέγων, ότι αυτός είπε το μάθημα απ' έξω, χωρίς διόλου να κοιτάξη, και αν θέλη ο διδάσκαλος, ημπορεί να το ξαναειπή, αφου εξαλειφθώσι τα γράμματα από τον μαυροπίνακα. Προσέθεσε δε, ότι ηγνόει τις ήτο ο γράψας κανόνας και κείμενον εκεί, επί του πίνακος.
Αφρίζων εξ οργής, εστράφη προς το θρανίον, καί καλέσας τον
Ο διδάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής, και χωρίς να ελπίζη ευνοϊκόν αποτέλεσμα, εφώναξε, λέγων, ότι οι μαθηταί ώφειλον να καταγγείλωσι τον αυτουργόν του δόλου, άλλως θα ήσαν όλοι κακοήθεις, όλοι αχρείοι και ανάγωγοι. Και επειδή δεν επείθοντο, ήρχισε να κλίνη το γνωστόν ρήμα καθ' όλους τους χρόνους και τας εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των ώμων και των ράχεων όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί τινα λεπτά της ώρας αντήχει ο κρότος της λεπτής και οζώδους βέργας, αναμίξ με πεπνιγμένους γέλωτας και οιμωγάς. Επί του δευτέρου και τρίτου θρανίου, οσάκις εδοκίμαζε να επεκτείνη το κράτος της βέργας, η λυγεία ράβδος, ολισθαίνουσα, έτυπτε σανίδα ή βιβλίον, αντί να τύψη σάρκα, διότι οι πονηροί μαθηταί των δύο τούτων θρανίων, διολισθαίνοντες έκρυπτον την κεφαλήν και τους ώμους υπό την επικλινή σανίδα, την αποτελούσαν δι' αυτούς γραφείον και αναλόγιον, και ουχί σπανίως προσκεφάλαιον δι' ύπνον, πνίγοντες εκεί ευθύμους ή θλιβερούς καγχασμούς, και δεν ωμοίαζον με τους "επιμελείς" και ευπειθείς "μαθητίσκους" του πρώτου θρανίου, οίτινες ίσταντο ακλινείς, όμοιοι με τον παρ' Αριστοφάνει δούλον, και ετύπτοντο.
Ο διδάσκαλος είχε κλίνη ήδη όλον τον ενεστώτα του ιερού ρήματος καξ μετέβαινεν εις τον παρατατικόν, ότε εις των μαθητών του τρίτου θρανίου, ο μόνος όστις δεν είχε κύψει να κρυβή υπό το αναλόγιον του θρανίου, αλλ' είχε μείνει σύννους και ακίνητος επί ολίγα λεπτά της ώρας, ανέτεινε την χείρα και εφώνησε'
- Δάσκαλε ! ...
Εκαλείτο Γιάννης Αλογάκης και ήτο εις εκ των αμελεστέρων, ως εικός. Ευρίσκετο από τριών ετών εις την Β' τάξιν, εναντίον του κανονισμού. Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως απώτατα του διδασκάλου.
- Ποίος ωμίλησεν; ηρώτησεν ο διδάσκαλος.
- Δάσκαλε, επανέλαβεν, ο Γιάννης Αλογάκης, εγώ τα έγραψα εις τον μαυροπίνακα.
Είχε μάθει από δέκα ετών, εν τε τω Δημοτικώ και τω Ελληνικώ, τόσα γράμματα, όσα ηρκουν δια ν' αντιγράφη εκ των βιβλίων δια κιμωλίας τον τυφλοσύρτην επί του μαυροπίνακος.
Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.
Ανώνυμος χρήστης