Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η Φόνισσα/Κεφάλαιο ΙΣΤ»

μετατροπή σε πολυτονικό
(μετατροπή σε πολυτονικό)
{{Πλοήγηση|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΕ'|Η Φόνισσα|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΖ'}}
<div class="polytonic">
 
===Ι===
 
Κάτω ειςεἰς τοτὸ Κακόρρεμα, χαμηλάχαμηλὰ ειςεἰς τοτὸ βάθος, σιμάσιμὰ ειςεἰς τηντὴν ΣκοτεινήνΣκοτεινὴν ΣπηλιάνΣπηλιᾶν, οιοἱ λίθοι εχόρευονἐχόρευον δαιμονικόνδαιμονικὸν χορόνχορὸν τηντὴν νύκτα. ΑνωρθούντοἈνωρθοῦντο, ωςὡς έμψυχοιἔμψυχοι, καικαὶ κατεδίωκον τηντὴν Φραγκογιαννού, καικαὶ τηντὴν ελιθοβόλουνἐλιθοβόλουν, ωςὡς νανὰ εσφενδονίζοντοἐσφενδονίζοντο απόἀπὸ αοράτουςἀοράτους τιμωρούςτιμωροὺς χείρας.
 
ΕίχονΕἶχον παρέλθει τρειςτρεῖς ημέραιἡμέραι απόἀπὸ τηντὴν τελευταίαν φυγήν της, απόἀπὸ τηντὴν καλύβην τουτοῦ Λυρίγκου. Η ένοχοςἔνοχος γυνήγυνὴ είχεεἶχε κρυφθήκρυφθῆ εκείἐκεῖ, μεμὲ τηντὴν ελπίδαἐλπίδα ότιὅτι θαθὰ διέφευγε προςπρὸς καιρόνκαιρὸν τουςτοὺς όνυχαςὄνυχας τωντῶν διωκτώνδιωκτῶν της. ΜεΜὲ τατὰ ολίγαὀλίγα δίπυρα τατὰ οποίαὁποῖα ευρίσκοντοεὑρίσκοντο ακόμηἀκόμη ειςεἰς τοτὸ καλάθι της, μεμὲ ταςτὰς καυκαλήθρας, τοντὸν άνηθονἄνηθον, καικαὶ τατὰ μυρόνια όσαὅσα συνέλεγε, καικαὶ μεμὲ τοτὸ γλυφόγλυφὸ νερόννερὸν τηςτῆς ΣκοτεινήςΣκοτεινῆς ΣπηλιάςΣπηλιᾶς, είχεεἶχε διατηρηθήδιατηρηθῆ. ΤοΤὸ μέρος ήτοἧτο σχεδόνσχεδὸν άβατονἄβατον. ΤοΤὸ Κακόρρεμα εσχηματίζετοἐσχηματίζετο απόἀπὸ ένανἕναν βράχον απάτητονἀπάτητον προςπρὸς δυσμάς, καικαὶ απόἀπὸ έναἕνα κρημνόν, ή μίαν σάραν ολισθηράνὀλισθηρὰν εξἐξ ανατολώνἀνατολῶν. Κάτω ειςεἰς τοτὸ βάθος ανέβλυζεἀνέβλυζε τοτὸ Γλυφονέρι. ΔύοΔυὸ άντραἄντρα, μεμὲ τοτὸ στόμιον πολύπολὺ στενόν, έχασκονἔχασκον ένθενἔνθεν καικαὶ ένθενἔνθεν. ΕκείἘκεῖ εκοιμάτοἐκοιμάτο τηντὴν νύκτα· τηντὴν ημέρανἡμέραν κατήρχετο ειςεἰς τηντὴν ΣκοτεινήνΣκοτεινὴν ΣπηλιάνΣπηλιᾶν. ΔιάΔιὰ ν' ανέλθηἀνέλθη καικαὶ διάδιὰ νανὰ κατέλθη, ούτεοὔτε δρομίσκος ούτεοὔτε μονοπάτι υπήρχενὑπῆρχεν. ΕπάτειἘπάτει επίἐπὶ τηςτῆς σάρας, ειςεἰς τηντὴν βάσιν τουτοῦ κρημνούκρημνοῦ. Τότε η σάρα εταράσσετοἐταράσσετο, εφαίνετοἐφαίνετο ωςὡς νανὰ εθύμωνεἐθύμωνε. ΟιΟἱ λίθοι τουςτοὺς οποίουςὁποίους εξετόπιζεἐξετόπιζε πατούσαπατοῦσα, ήσανἦσαν ωςὡς βάσις καικαὶ θεμέλιον ειςεἰς όλονὅλον τοντὸν άπειρονἄπειρον σωρόνσωρὸν τωντῶν λίθων, τοντὸν απλούμενονἀπλούμενον επίἐπὶ τουτοῦ πρανούςπρανοὺς τουτοῦ κρημνούκρημνοῦ. ΚαθώςΚαθὼς έφευγονἔφευγον οιοἱ πρώτοιπρῶτοι λίθοι, άλλοιἄλλοι λίθοι ήρχοντοἤρχοντο νανὰ λάβωσι τηντὴν θέσιν των, μετ' αυτούςαὐτοὺς δεδὲ άλλοιἄλλοι. ΚαιΚαὶ ούτωοὕτω η παλίρροια όληὅλη τουτοῦ κρημνούκρημνοῦ ήρχετοἤρχετο κατ' επάνωἐπάνω της, έπιπτενἔπιπτεν ειςεἰς ταςτὰς κνήμας καικαὶ τατὰ σκέλη της, ειςεἰς ταςτὰς χείρας καικαὶ τοτὸ στέρνον της. ΕνίοτεἘνίοτε, λίθοι τινές, απόἀπὸ ύψοςὕψος κατερχόμενοι, έπιπτονἔπιπτον μεμὲ ορμήνὁρμὴν καικαὶ κακίαν τουτοῦ προσώπου της. ΤουςΤοὺς τελευταίους τούτους εφαίνετοἐφαίνετο πράγματι ωςὡς νανὰ τουςτοὺς εσφενδόνιζενἐσφενδόνιζεν αόρατοςἀόρατος χειρχεὶρ κατάκατὰ τηςτῆς κεφαλήςκεφαλῆς της.
 
ΑφούἈφοῦ τέλος, μετάμετὰ τόσον λιθοβόλημα, έφθασενἔφθασεν ειςεἰς τηντὴν ΣκοτεινήνΣκοτεινὴν ΣπηλιάνΣπηλιᾶν, τηντὴν πρώτην ημέρανἡμέραν, εκάθισεἐκάθισε κι αγνάντευεἀγνάντευε τοτὸ πέλαγος. Η Σπηλιά, η θαλασσόπληκτος, έχειἔχει διπλήνδιπλῆν είσοδονεἴσοδον, εκἐκ τετὲ τηςτῆς ξηράςξηρᾶς καικαὶ τηςτῆς θαλάσσης. ΠροςΠρὸς τηντὴν θάλασσαν, τοτὸ στόμιον τηςτῆς χαμηλόνχαμηλὸν καικαὶ στενόν, όσονὅσον διάδιὰ νανὰ διέλθη μικράμικρὰ βάρκα αλιέωςἁλιέως. Η Φραγκογιαννού, αόρατοςἀόρατος, απόἀπὸ τοτὸ μέρος τηςτῆς ξηράςξηρᾶς, ήκουεἤκουε τοντὸν υπόκωφονὑπόκωφον, επίμονονἐπίμονον παφλασμόνπαφλασμὸν τουτοῦ κύματος ειςεἰς τοτὸ στόμιον τουτοῦ άντρουἄντρου. ΤοΤὸ κύμα ανωρθούτοἀνωρθοῦτο, επήδαἐπήδα, έπληττεἔπληττε τηντὴν άνωἄνω φλιάνφλιᾶν τουτοῦ στομίου, κατέπιπτε, πάλιν ανεπήδαἀνεπήδα, εξέπεμπεἐξέπεμπε μακρούςμακροὺς ωρυγμούςὠρυγμοὺς μανίας απόἀπὸ τιςτὶς αποθαλασσιέςἀποθαλασσιὲς τουτοῦ βορράβορρᾶ, πότε στεναγμούςστεναγμοὺς πόνου καικαὶ πάθους απόἀπὸ τηντὴν φουσκοθάλασσαν. Κάτω ειςεἰς τοτὸ βάθος τοτὸ άπατονἄπατον, μυστήριον καικαὶ σκότος σαλεύονσαλεῦον. Μία ποτέποτὲ βάρκα, ωςὡς διηγούντοδιηγοῦντο, εισπλεύσασαεἰσπλεύσασα διάδιὰ νανὰ συλλέξη καραβίδας καικαὶ παγούρια, ενώἐνῶ ειςεἰς τωντῶν ναυβατώνναυβατῶν είχενεἶχεν αναρριχηθήἀναρριχηθῆ ειςεἰς τοτὸ τρομερόντρομερὸν ύψοςὕψος τουτοῦ βράχου διάδιὰ νανὰ συλλέξη κρίταμα, εκάθισενἐκάθισεν επάνωἐπάνω ειςεἰς μίαν φώκην ζωντανήνζωντανὴν φράττουσαν ακριβώςἀκριβῶς τοτὸ πλάτος τουτοῦ στομίου. ΤοΤὸ σκοτεινόνσκοτεινὸν ζώονζῶον ανεταράσσετοἀνεταράσσετο, ήσπαιρενἤσπαιρεν, η μικράμικρὰ σκάφη επάλλετοἐπάλλετο, έτρεμεἔτρεμε, καικαὶ δενδὲν ημπορούσεἠμποροῦσε νανὰ υπάγηὑπάγη ούτεοὔτε εμπρόςἐμπρὸς ούτεοὔτε οπίσωὀπίσω. Ο ναυβάτης ο εντόςἐντὸς τηςτῆς βάρκας εκτύπησεἐκτύπησε τηντὴν φώκην μ' έναἕνα πέλεκυν, τηντὴν αιμάτωσεαἰμάτωσε, τοτὸ κύμα εκοκκίνησεἐκοκκίνησε επἐπ' ολίγονὀλίγον. Η φώκη ήσπαιρενἤσπαιρεν ενἐν αγωνίαἀγωνίᾳ. Ο νεαρόςνεαρὸς αλιεύςἁλιεὺς κατώρθωσε νανὰ σφίγξη τοντὸν λαιμόνλαιμὸν μεμὲ μίαν θηλειάν, καικαὶ καλέσας τοντὸν άλλονἄλλον σύντροφόν του ειςεἰς βοήθειαν κατώρθωσε τητὴ βοηθεία αυτούαὐτοῦ, μεμὲ κίνδυνον νανὰ βουλιάξη η φελούκα, ν' ανασύρηἀνασύρη επάνωἐπάνω τηντὴν φώκην.
 
Η γραία Χαδούλα αγνάντευενἀγνάντευεν, αγνάντευενἀγνάντευεν ειςεἰς τοτὸ πέλαγος. ΑςἊς ήτοἧτο καικαὶ τώρα, νανὰ φανήφανῆ νανὰ πλησιάση μία βάρκα!... Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ θαθὰ παρεκάλει τουςτοὺς νέους αλιείςἁλιεῖς, τουςτοὺς πατριώτας της, νανὰ τηντὴν επάρουνἐπάρουν μαζί, μεςμὲς στηνστὴν βάρκα... ΚαιΚαὶ πούποὺ θαθὰ επήγαινεἐπήγαινε... Ω, βέβαια σταστὰ πέρα χώματα, σταστὰ μέρη τ' αντικρινάἀντικρινά, στηνστὴν μεγάλη στεριά... Κ' εκείἐκεῖ τιτί θαθὰ έκαμνεἔκαμνε; Ω, είχενεἶχεν ο Θεός, θ' άρχιζἄρχιζ' εκείἐκεῖ νέον βίον!
 
ΈβλεπενἜβλεπεν, έβλεπενἔβλεπεν, ανοιχτάἀνοιχτὰ ειςεἰς τοτὸ πέλαγος, μακράνμακρὰν έξωἔξω, πολλάπολλὰ πανιά, λευκάλευκὰ ιστίαἱστία, σανσὰν τουτοῦ γλάρου τατὰ φτερά. Βρατσέρες, γολέτες, μικράμικρὰ καΐκια, τατὰ έβλεπεἔβλεπε ν' αρμενίζουνἀρμενίζουν, νανὰ οργώνουνὀργώνουν τατὰ κύματα, ωσάνὠσὰν βοϊδάκια ζευγαρωτά. ΆλλαἌλλα έπλεονἔπλεον πόρρω προςπρὸς βορράνβορρᾶν, άλλαἄλλα κατήρχοντο προςπρὸς νότον, άλλαἄλλα αρμένιζανἀρμένιζαν προςπρὸς ανατολάςἀνατολὰς ή προςπρὸς δυσμάς, τέμνοντας σταυροειδώςσταυροειδῶς τουςτοὺς ολκούςὁλκούς, ταςτὰς βαθείας ορατάςὀρατᾶς αύλακαςαὔλακας, ταςτὰς οποίαςὁποίας άφηνανἄφηναν όπισθένὄπισθέν των τατὰ πρώταπρῶτα. ΕίταΕἴτα πολλάπολλὰ ρεύματα διαχαράσσοντα τοτὸ πέλαγος, απόἀπὸ τατὰ οποίαὁποῖα εφαίνετοἐφαίνετο η θάλασσα ωσάνὠσὰν κεντητή, πεποικιλμένη. ΈβλεπενἜβλεπεν, εωσότουἐωσότου τατὰ μάτια τηςτῆς «έκαμανἔκαμαν γυαλιάγυαλιᾶ» νανὰ βλέπη.
 
Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ έβγαλενἔβγαλεν απόἀπὸ τοτὸ καλάθι της τοτὸ παλαιόνπαλαιὸν κιτρινωπόνκιτρινωπὸν χράμι, τοτὸ μάλλινον, τοτὸ οποίονὁποῖον είχεεἶχε διάδιὰ νανὰ τυλίγεται ότανὅταν ήθελεἤθελε νανὰ κοιμηθήκοιμηθῆ καικαὶ δενδὲν είχενεἶχεν ύπνονὕπνον, εσηκώθηἐσηκώθη ορθήὀρθή, ανεπέτασεἀνεπέτασε τηντὴν μαλλίνην σινδόνα, κ' άρχισενἄρχισεν εκθύμωςἐκθύμως νανὰ τηντὴν σείη. ΈκαμνεἜκαμνε σήματα, απηλπισμέναἀπηλπισμένα σήματα προςπρὸς τουςτοὺς ναυτίλους, νανὰ έλθουνἔλθουν νανὰ τηντὴν επάρουνἐπάρουν μαζί των. ΈβλεπονἜβλεπον, δενδὲν έβλεπονἔβλεπον οιοἱ ναυβάται τατὰ σημείασημεῖα της; ΑπόἈπὸ κανένκανὲν πλοίονπλοῖον δενδὲν απήντησανἀπήντησαν ειςεἰς τοντὸν πόθον της, ειςεἰς ταςτὰς τόσας προσπαθείας της. ΤαΤὰ λευκάλευκὰ ιστίαἱστία έφευγονἔφευγον μεμὲ τοντὸν άνεμονἄνεμον ειςεἰς τοτὸ κύμα, καικαὶ αυτήαὐτὴ έμενεἕμενε προσηλωμένη ειςεἰς τοντὸν βράχον τηςτῆς ΣκοτεινήςΣκοτεινῆς ΣπηλιάςΣπηλιᾶς, προγεγραμμένη, έρημοςἔρημος, μημὴ βλέπουσα διάδιὰ τητὴ αύριοναὔριον χρυσήςχρυσῆς αυγήςαὐγῆς τηντὴν ανατολήνἀνατολήν...
 
ΤοΤὸ λευκάζον καικαὶ κιτρινωπόνκιτρινωπὸν ράκος τήςτῆς έφυγενἔφυγεν απόἀπὸ τηντὴν χείρα· τοτὸ επήρενἐπῆρεν ο άνεμοςἄνεμος, καικαὶ τοτὸ έρριψενἔρριψεν επίἐπὶ τηςτῆς κεφαλήςκεφαλῆς καικαὶ τωντῶν ώμωνὤμων τηςτῆς γυναικός.
 
- ΑυτόΑὐτὸ θαθὰ είναιεἶναι τοτὸ σάβανοσάβανό μου! εψιθύρισεἐψιθύρισε πικρώςπικρῶς μειδιώσα η Φραγκογιαννού.
 
Τέλος, καθώςκαθὼς εκάθισεἐκάθισε κάτω επίἐπὶ τουτοῦ βράχου, βλέπει μίαν βάρκαν, μικράνμικρὰν φελούκαν, νανὰ έρχεταιἔρχεται παραπλέουσα τηντὴν ακτήνἀκτήν. ΕίχεΕἶχε μικρόνμικρὸν ιστίονἱστίον καικαὶ δύοδυὸ κουπιά, τατὰ οποίαὁποῖα έτυπτονἔτυπτον ραθύμως τοτὸ κύμα. ΈπλεενἜπλεεν εξἐξ ανατολώνἀνατολῶν κ' επλησίαζεἐπλησίαζε προςπρὸς τοντὸν έρημονἔρημον βράχον, ειςεἰς τοτὸ άσυλόνἄσυλόν της. Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ ησθάνθηἠσθάνθη σκίρτημα ελπίδοςἐλπίδος μέσα της. ΕκρύβηἘκρύβη όπισθενὄπισθεν τηςτῆς κορυφήςκορυφῆς τουτοῦ βράχου, διάδιὰ νανὰ κατοπτεύση καικαὶ ίδηἵδη ανἂν θαθὰ εγνώριζεἐγνώριζε τουςτοὺς επιβαίνονταςἐπιβαίνοντας. ΌτανὍταν η φελούκα επλησίασενἐπλησίασεν, είδενεἶδεν ότιὅτι ο ειςεἰς εκἐκ τωντῶν τριώντριῶν επιβατώνἐπιβατῶν της, όστιςὅστις έσυρεἔσυρε τηντὴν «συρτήν» απόἀπὸ τηντὴν πρύμνης, εφόρειἐφόρει στρατιωτικήνστρατιωτικὴν στολήν. Κάποιος παρεπιδημώνπαρεπιδημῶν απόστρατοςἀπόστρατος, αγαπώνἀγαπῶν τ' οψάρευμαὀψάρευμα, είχενεἶχεν εξέλθειἐξέλθει προςπρὸς άγρανἄγραν, ομούὁμοῦ μεμὲ δύοδυὸ εξἐξ επαγγέλματοςἐπαγγέλματος αλιείςἁλιεῖς. Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ μόνον είδενεἶδεν ότιὅτι ήτοἧτο «ταχτικός», καικαὶ γελασμένη εκρύβηἐκρύβη βαθύτερα όπισθενὄπισθεν τουτοῦ βράχου.
 
===ΙΙ===
 
<center>* * *</center>
ΤηνΤὴν νύκτα απεκοιμήθηἀπεκοιμήθη ειςεἰς τηντὴν κρύπτην της, μέσα ειςεἰς τηντὴν υγράνὑγρᾶν άλμηνἅλμην τηςτῆς ΣπηλιάςΣπηλιᾶς. Βόμβοι εθορύβουνἐθορύβουν ειςεἰς τατὰ ώταὦτα της. ΤοΤὸ κύμα υπόὑπὸ τουςτοὺς πόδας τηςτῆς ερρόχθειἐρρόχθει, μεμὲ παρατεταμένους ωρυγμούςὠρυγμοὺς λύσσης. Βαθιά, μέσα ειςεἰς τατὰ στέρνα τηςτῆς ήκουεἤκουε τατὰ κλαυθμυρίσματα τωντῶν ακάκωνἀκάκων νηπίων. ΥπόκωφοιὙπόκωφοι συριγμοίσυριγμοὶ τουτοῦ μακρινούμακρινοῦ ανέμουἀνέμου ήρχοντοἤρχοντο ειςεἰς ταςτὰς ακοάςἀκοάς της. Ο νεκρώσιμος χορόςχορὸς τωντῶν κορασίδων, μεμὲ ηυξημένονηὐξημένον τοντὸν φρικώδη ορμαθόνὁρμαθόν, εχοροπήδαἐχοροπήδα τριγύρω της. «ΕίμαστεΕἴμαστε παιδιά σου! –Μας-Μᾶς εγέννησεςἐγέννησες! –Φίλησε-Φίλησέ μας! - ΔώσεΔῶσε μας μαμμά! - Πάρε μας στολίδια, στολίδια όμορφαὄμορφα! - Χάιδεψέ μας! - ΔενΔέν μας αγαπάςἀγαπᾶς
 
Η γραία πενθεράπενθερὰ τουτοῦ Λυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα ταςτὰς χείρας, τηντὴν ηπείλειἠπείλει τρομερά, καικαὶ ο γαμβρός της, μεμὲ ήθοςἦθος παραπονεμένον, τηντὴν επέπληττεἐπέπληττε... Κάτω ειςεἰς τουςτοὺς πόδας, ειςεἰς τοτὸ βάθος τηςτῆς ΣπηλιάςΣπηλιᾶς, ερρόχθειἐρρόχθει τοτὸ κύμα... ΈβραζενἜβραζεν, έβραζεἔβραζε, καικαὶ τοτὸ άντρονἄντρον μετεβάλλετο ειςεἰς στέρναν, καικαὶ τοτὸ νερόννερὸν τηςτῆς στέρνας εβρυχάτοἐβρυχάτο μ' έναρθρονἔναρθρον φωνήν:
 
- Φόνισσα! - Φόνισσα!
 
Η δυστυχήςδυστυχὴς εξύπνησενἐξύπνησεν έντρομοςἔντρομος, περιρρεομένη απόἀπὸ άλμηνἅλμην καικαὶ ιδρώταἱδρώτα. ΗύχετοΗὔχετο πλέον καικαὶ πάραυτα τοτὸ απεφάσισεἀπεφάσισε, νανὰ μηνμὴν κοιμηθήκοιμηθῆ άλληνἄλλην φοράνφορὰν ειςεἰς τηντὴν ζωήν της, ανἂν ήτονἤτον διάδιὰ νανὰ βλέπη τέτοια όνειραὄνειρα. Ο θάνατος θαθὰ είναιεἶναι ο κάλλιστος τωντῶν ύπνωνὕπνων - αρκείἀρκεῖ νανὰ μηνμὴν έχειἔχει κακάκακὰ όνειραὄνειρα! ΤιςΤὶς οίδεοἵδε! - Μόλις τοτὸ εσκέφθηἐσκέφθη, καικαὶ μετ' ολίγονὀλίγον απεναρκώθηἀπεναρκώθη πάλιν. Τότε τηςτῆς εφάνηἐφάνη ότιὅτι έβλεπενἔβλεπεν εμπρόςἐμπρὸς τηςτῆς τοντὸν Καμπαναχμάκην, τοντὸν άγροικονἄγροικον εκείνονἐκεῖνον τουτοῦ βουνούβουνοῦ· ίστατοἵστατο ενώπιόνἐνώπιόν της μεμὲ τηντὴν στραβολέκαν του τηντὴν ποιμενικήν, μεμὲ τοτὸ σκαιόνσκαιὸν ήθοςἦθος του, μεμὲ τηντὴν όψινὄψιν του τηντὴν τραχείαν καικαὶ μεμὲ λαρυγγώδη φωνήνφωνὴν τηςτῆς έλεγεἔλεγε: «ΣτοΣτὸ Κακόρρεμα! ΣτοΣτὸ Μονοπάτι, στηστὴ Βρύση τουτοῦ ΠουλιούΠουλιοῦ! ΣτουΣτοῦ Γέροντα τοτὸ ΕρμητήριοἘρμητήριο
 
Καὶ καθὼς ἐγίνετο ἄφαντος, ἀκόμη ἐπανέλαβε:
Και καθώς εγίνετο άφαντος, ακόμη επανέλαβε:
 
- «ΣτοΣτὸ ΕρμητήριοἘρμητήριο! ΣτουΣτοῦ Γέροντα τοτὸ ΕρμητήριοἘρμητήριο
 
Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ εξύπνησεἐξύπνησε τηντὴν ώραὥρα τουτοῦ λυκαυγούςλυκαυγοῦς μεμὲ μικράνμικρὰν γαλήνην ειςεἰς τηντὴν ψυχήν, ενώἐνῶ τοτὸ κυανούνκυανοῦν καικαὶ πορφυρίζον τουτοῦ στερεώματος καταντικρύκαταντικρὺ τηςτῆς συνεχέετο μεμὲ τοτὸ μαυρογάλανον τουτοῦ πόντου, καικαὶ αύρααὔρα, δρόσος, φλοίσβοςφλοῖσβος, κελάρυσμα απετέλουνἀπετέλουν ηδείανἡδείαν συζυγίαν αρμονίαςἁρμονίας ειςεἰς ταςτὰς αισθήσειςαἰσθήσεις της.
 
ΑπόἈπὸ τηςτῆς προχθέςπροχθὲς δενδὲν είχεεἶχε παύσει νανὰ σκέπτεται τοτὸ ερημητήριονἐρημητήριον εκείνοἐκεῖνο, περίπερὶ ουοὐ τηςτῆς είχενεἶχεν ομιλήσειὁμιλήσει προςπρὸς τριώντριῶν ημερώνἡμερῶν ο Καμπαναχμάκης. ΕίχενΕἶχεν ακούσειἀκούσει πολλάπολλὰ νανὰ λέγουν γυναίκεςγυναῖκες ευλαβείςεὐλαβεῖς περίπερὶ τωντῶν αρετώνἀρετῶν τουτοῦ Γέροντος εκείνουἐκείνου· τουτοῦ παππάπ' ΑκακίουἈκακίου, όστιςὅστις προπρὸ ολίγουὀλίγου καιρούκαιροῦ μόνον είχενεἶχεν έλθειἔλθει ειςεἰς τηντὴν νήσοννῆσον, καικαὶ είχεεἶχε κατοικήσει ειςεἰς τοντὸν ΆγιονἍγιον Σώστην, παλαιόνπαλαιὸν αναχωρητήριονἀναχωρητήριον μετάμετὰ ερήμουἐρήμου ναΐσκου, τοτὸ οποίονὁποῖον έκειτοἔκειτο επίἐπὶ μικρούμικροῦ θαλασσοπλήκτου βράχου, όστιςὅστις απετέλειἀπετέλει σκόπελον ή μικρόνμικρὸν νησίδιον παράπαρὰ τηντὴν βορείαν, μικρόνμικρὸν προςπρὸς δυσμάςδυσμὰς κλίνουσαν, κρημνώδη ακτήνἀκτήν, καικαὶ μεμὲ τηντὴν άμπωτινἄμπωτιν τωντῶν υδάτωνὑδάτων, τοτὸ νησίδιον εγίνετοἐγίνετο μικράμικρὰ χερσόνησος. Ο γέρων παππάπ' ΑκάκιοςἈκάκιος ήτοἧτο, έλεγανἔλεγαν, αυστηρόςαὐστηρὸς πνευματικός, πληνπλὴν είχεεἶχε τοτὸ σπάνιον χάρισμα τηςτῆς διακρίσεως τωντῶν λογισμώνλογισμῶν, κ' έφθανεἔφθανε μέχρι προορατικότητος. ΑιΑἱ γυναίκεςγυναῖκες εβεβαίουνἐβεβαίουν ότιὅτι ήτοἧτο σωστόςσωστὸς κρυφιογνώστης, καικαί σου έλεγεἔλεγε τιτί είχεςεἶχες μέσα σου. ΚαιΚαὶ πολλάκις εξωμολόγειἐξωμολόγει τοντὸν μετανοούντα πολύπολὺ περισσότερον ή όσονὅσον αυτόςαὐτὸς ήθελεἤθελε νανὰ εξομολογηθήἐξομολογηθῆ.
 
ΔιάΔιὰ τηντὴν ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ θαθὰ ήτοἧτο ευτύχημαεὐτύχημα, ανἂν είχενεἶχεν ειλικρινήεἰλικρινὴ απόφασινἀπόφασιν νανὰ εξομολογηθήἐξομολογηθῆ, νανὰ ευρίσκετοεὑρίσκετο ειςεἰς πνευματικόςπνευματικὸς όστιςὅστις νανὰ τηντὴν απήλλαττενἀπήλλαττεν απόἀπὸ τοντὸν κόπον καικαὶ απόἀπὸ τοτὸ φοβερόνφοβερὸν βάσανον τουτοῦ δισταγμούδισταγμοῦ, λέγων: «ΑυτόΑὐτὸ κι αυτόαὐτὸ έκαμεςἔκαμεςΉρκειἬρκει νανὰ μηνμὴν τηντὴν απήλπιζεἀπήλπιζε, αλλάἀλλὰ νανὰ ήτοἧτο ικανόςἱκανὸς νανὰ τηντὴν βοηθήση καικαὶ νανὰ τηντὴν σώση, - ακόμηἀκόμη καικαὶ ειςεἰς τοντὸν πρόσκαιρον κόσμον, ειεἰ δυνατόν! Τάχα δενδὲν υπήρξενὑπῆρξεν ειςεἰς ΆγιοςἍγιος όστιςὅστις έκρυψεἔκρυψε καικαὶ έσωσεἔσωσε, μημὴ θελήσας νανὰ τοντὸν παραδώση ειςεἰς τηντὴν εξουσίανἐξουσίαν, τοντὸν φονέα τουτοῦ ιδίουἰδίου αδελφούἀδελφοῦ του; Πόσω μάλλονμᾶλλον ο παππάπ' ΑκάκιοςἈκάκιος δενδὲν θαθὰ έσωζεἔσωζε καικαὶ θαθὰ έκρυπτενἔκρυπτεν αυτήναὐτήν, ήτιςἥτις δενδὲν είχεεἶχε κάμει κακόνκακὸν ατομικώςἀτομικῶς ειςεἰς τοντὸν σεβάσμιον ερημίτηνἐρημίτην; Μήπως δενδὲν επερνούσανἐπερνούσαν καθημερινώςκαθημερινῶς πλοίαπλοῖα, γιαλόγιαλὸ ή ανοιχτάἀνοιχτὰ απόἀπὸ τοντὸν ΑϊἈϊ-Σώστην, καικαὶ δενδὲν θαθὰ ηδύνατοἠδύνατο νανὰ τηντὴν φυγάδευση ανἂν ήθελεἤθελε;
 
Η Χαδούλα είχεεἶχε βαρυνθήβαρυνθῆ τηντὴν μονοτονίαν τηςτῆς ΣκοτεινήςΣκοτεινῆς ΣπηλιάςΣπηλιᾶς, καικαὶ είχενεἶχεν αρχίσειἀρχίσει ν' αδυνατίζηἀδυνατίζη πολύπολὺ απόἀπὸ τηντὴν ανεπαρκήἀνεπαρκὴ τροφήν. ΈλαβενἜλαβεν απόφασινἀπόφασιν, άμαἅμα φέξη καλά, νανὰ πάρη τοτὸ καλαθάκι της, καικαὶ νανὰ εξέλθηἐξέλθη απόἀπὸ τοτὸ άσυλόνἄσυλόν της, όπωςὅπως διευθυνθήδιευθυνθῆ προςπρὸς τοντὸν ΑγιονἉγιον Σώστην. ΕκείἘκεῖ θαθὰ εξωμολογείτοἐξωμολογεῖτο όλαὅλα τατὰ «πάθια της». ΚαιρόςΚαιρὸς μετανοίας πλέον...
 
<center>* * *</center>
===ΙΙΙ===
ΈφθασανἜφθασαν, έφθασανἔφθασαν, οιοἱ χωροφύλακες! ΕίτεΕἴτε διάδιὰ προδοσίας, είτεεἴτε δι' ιχνηλασίαςἰχνηλασίας, τηντὴν είχανεἶχαν ανακαλύψειἀνακαλύψει... Κατώρθωσαν νανὰ κατέλθουν ειςεἰς τοτὸ Κακόρρεμα, χωρίςχωρὶς νανὰ ενοχληθούνἐνοχληθοῦν απόἀπὸ τοντὸν κρημνόν, χωρίςχωρὶς οιοἱ λίθοι τηςτῆς σάρας νανὰ σηκωθούνσηκωθοῦν καικαὶ νανὰ ριφθούνριφθοῦν κατεπάνω τους, νανὰ τουςτοὺς κυνηγήσουν!
 
Ἧτο τὴν αὐγὴν ἅμα ἔφεξεν, ἐνῶ ἡ Φραγκογιαννοὺ ἡτοιμάζετο νὰ διεθυνθῆ διὰ τοῦ συντομωτέρου δρόμου, εἰς τὸν Αἱ-Σώστην, εἰς τὸ Ἐρημητήριον. Ὁ ἥλιος δὲν εἶχεν ἀνατείλει διὰ νὰ φωτίση ἀκόμη τὴν φαλακρὰν ἀκτήν, τὸ Κουρούπι, καὶ νὰ στείλη χρυσᾶς ἀκτίνας εἰς τὴν ἀπότομον κλιτὺν τοῦ Στοιβωτοῦ. Ἡ Φραγκογιαννοὺ τοὺς εἶδεν, ἐτρόμαξεν, ἐπῆρε τὸ καλάθι της, καὶ ἀσθμαίνουσα, ξεγλωσσασμένη, ἔτρεξε τὸν ἀνήφορον, ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν ἄβατον, εἰς τὸ Κλῆμα, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος. Ἐπέταξε, μὲ λάκτισμα τῶν ποδῶν πρὸς τὰ ὀπίσω, τὰς φθαρμένας ἐμβάδας, «τὰ παλιοκατσάρια της», καὶ ξυπόλητη ἀνερριχήθη ἐπάνω εἰς τὸν κρημνόν. Οἱ δυὸ «νομάτοι» ἔβγαλαν κι αὐτοὶ τὰ τσαρούχια τους, κ' ἔτρεξαν κατόπιν της, εἰς τὸν βράχον τὸν ἀπάτητον, εἰς τὸν χῶρον τῆς ἀπελπισίας, ὅπου ἐβάδιζεν ἐκείνη.
Έφθασαν, έφθασαν, οι χωροφύλακες! Είτε διά προδοσίας, είτε δι' ιχνηλασίας, την είχαν ανακαλύψει... Κατώρθωσαν να κατέλθουν εις το Κακόρρεμα, χωρίς να ενοχληθούν από τον κρημνόν, χωρίς οι λίθοι της σάρας να σηκωθούν και να ριφθούν κατεπάνω τους, να τους κυνηγήσουν!
 
Μίαν μόνην στιγμήν, ἡ δύστηνος ἔστρεφε τὴν κεφαλὴν ὀπίσω. Τότε εἶδεν ὅτι οἱ διῶκται ἦσαν μὲν δυό, ἀλλὰ μόνον ὁ εἰς ἐφόρει τὴν στρατιωτικὴν στολήν. Ὁ ἄλλος ἔφερεν ἐγχώριον ἔνδυμα, μὲ σελάχι, ἐφωδιασμένον μὲ πιστόλια καὶ χαρμπιά, περὶ τὴ μέσην. Ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἰς τῶν ἀγροφυλάκων.
Ήτο την αυγήν άμα έφεξεν, ενώ η Φραγκογιαννού ητοιμάζετο να διεθυνθή διά του συντομωτέρου δρόμου, εις τον Άι-Σώστην, εις το Ερημητήριον. Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει διά να φωτίση ακόμη την φαλακράν ακτήν, το Κουρούπι, και να στείλη χρυσάς ακτίνας εις την απότομον κλιτύν του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδεν, ετρόμαξεν, επήρε το καλάθι της, και ασθμαίνουσα, ξεγλωσσασμένη, έτρεξε τον ανήφορον, επάνω εις τον βράχον τον άβατον, εις το Κλήμα, προς το δυτικόν μέρος. Επέταξε, με λάκτισμα των ποδών προς τα οπίσω, τας φθαρμένας εμβάδας, «τα παλιοκατσάρια της», και ξυπόλητη ανερριχήθη επάνω εις τον κρημνόν. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι αυτοί τα τσαρούχια τους, κ' έτρεξαν κατόπιν της, εις τον βράχον τον απάτητον, εις τον χώρον της απελπισίας, όπου εβάδιζεν εκείνη.
 
Τοῦτο τὴν ἐπτόησε καὶ τὴν ἐφόβισεν. Ἡ ἀπουσία τοῦ ἑνὸς χωροφύλακος ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ὑποψίας. Μήπως ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρᾶν τοῦ κρημνοῦ, πέραν τοῦ βράχου τοῦ ἀξένου τῆς ἀπορρῶγος ἀκτῆς τὴν ἐπερίμενεν ἐνέδρα τις, ὥστε νὰ τὴν κλείσωσιν οἱ σκληροὶ διῶκται μεταξὺ δυὸ πυρῶν;
Μίαν μόνην στιγμήν, η δύστηνος έστρεφε την κεφαλήν οπίσω. Τότε είδεν ότι οι διώκται ήσαν μεν δύο, αλλά μόνον ο εις εφόρει την στρατιωτικήν στολήν. Ο άλλος έφερεν εγχώριον ένδυμα, με σελάχι, εφωδιασμένον με πιστόλια και χαρμπιά, περί τη μέσην. Εφαίνετο να είναι εις των αγροφυλάκων.
 
Καὶ πάλιν ἡ σύμπτωσις αὐτὴ τὴν ἐπαρηγόρησε καὶ τῆς ἐνέπνευσε μικρὰν ἐλπίδα. Ἐὰν ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ «νομάτους» ἤτον πατριώτης, χωρικὸς ἄνθρωπος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημαρχίας, τοῦτο ἴσως ἐσήμαινεν ὅτι οὗτος θὰ ἐξετέλει μᾶλλον ὡς ἀγγαρείαν τὸ κυνήγημα τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχαν ἐπιβάλει καὶ ἴσως μᾶλλον θὰ ἔκοπτε τὴν ὁρμὴν τοῦ ἄλλου, τοῦ χωροφύλακος. Δὲν ἧτο δὲ ἀπίθανον ὁ ἀγροφύλαξ ἐκεῖνος καὶ νὰ ἠσθάνετο μέσα τοῦ κρυφὴν συμπάθειαν πρὸς τὴν φεύγουσαν, τὴν διωκομένην, τὴν τρέχουσαν ἐπάνω εἰς τὰ κατσάβραχα, μ' αἰματωμένους τοὺς πόδας, δύστυχη γυναίκα -περὶ τῆς ἐνοχῆς τῆς ὁποίας δὲν ἧτο κᾶν βέβαιος.
Τούτο την επτόησε και την εφόβισεν. Η απουσία του ενός χωροφύλακος έδιδεν αφορμήν εις υποψίας. Μήπως από την άλλην πλευράν του κρημνού, πέραν του βράχου του αξένου της απορρώγος ακτής την επερίμενεν ενέδρα τις, ώστε να την κλείσωσιν οι σκληροί διώκται μεταξύ δύο πυρών;
 
Και πάλιν η σύμπτωσις αυτή την επαρηγόρησε και της ενέπνευσε μικράν ελπίδα. Εάν ο ένας από τους δύο «νομάτους» ήτον πατριώτης, χωρικός άνθρωπος εις την υπηρεσίαν της δημαρχίας, τούτο ίσως εσήμαινεν ότι ούτος θα εξετέλει μάλλον ως αγγαρείαν το κυνήγημα το οποίον του είχαν επιβάλει και ίσως μάλλον θα έκοπτε την ορμήν του άλλου, του χωροφύλακος. Δεν ήτο δε απίθανον ο αγροφύλαξ εκείνος και να ησθάνετο μέσα του κρυφήν συμπάθειαν προς την φεύγουσαν, την διωκομένην, την τρέχουσαν επάνω εις τα κατσάβραχα, μ' αιματωμένους τους πόδας, δύστυχη γυναίκα –περί της ενοχής της οποίας δεν ήτο καν βέβαιος.
 
 
</div>
{{Πλοήγηση|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΕ'|Η Φόνισσα|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΖ'}}
1.200

επεξεργασίες