Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Ι»

μετατροπή σε πολυτονικό
 
(μετατροπή σε πολυτονικό)
{{Πλοήγηση|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο Θ'|Η Φόνισσα|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΑ'}}
<div class="polytonic">
 
 
ΠαρήλθονΠαρῆλθον αιαἱ εορταίἑορταὶ τουτοῦ Πάσχα. ΤηνΤὴν εβδομάδαἑβδομάδα τουτοῦ Θωμά, η γραία Χαδούλα, βοηθουμένη απόἀπὸ τηντὴν μικράνμικρὰν κόρην της, τηντὴν ΚρινιώΚρινιῶ, έπλυνενἔπλυνεν εντόςἐντὸς τηςτῆς ευρείαςεὐρείας αυλήςαὐλῆς τουτοῦ κυρ ΑλεξάνδρουἈλεξάνδρου τουτοῦ ΡοσμαήΡοσμαῆ, γέροντος προκρίτου, όστιςὅστις ήτοἧτο σύντεκνός της, καικαὶ τηςτῆς είχεεἶχε βαπτίσει σχεδόνσχεδὸν όλαὅλα τατὰ τέκνα. ΕιςΕἰς τοτὸ υπόστεγονὑπόστεγον μέρος τηςτῆς αυλήςαὐλῆς τοτὸ καλούμενον λαδαρειό, δίπλα ειςεἰς τηντὴν πελωρίαν ξυλίνην καρούταν, ομοιάζουσανὀμοιάζουσαν πολύπολὺ μεμὲ τηντὴν ΚιβωτόνΚιβωτὸν τουτοῦ ΝώεΝῶε, όπωςὅπως τηντὴν ζωγραφίζουν, πλησίον ειςεἰς τοτὸ φρέαρ, καικαὶ όπουὅπου η αναθάλλουσαἀναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινεἐξέτεινε τουςτοὺς μεγάλους καταπρασίνους κλώνας της, ωςὡς χιαστήνχιαστὴν ευλογίανεὐλογίαν διδομένην σταυροειδώςσταυροειδῶς ειςεἰς αξίουςἀξίους καικαὶ αναξίουςἀναξίους, ο μικρόςμικρὸς κήποςκῆπος φραγμένος μεμὲ δρύφακτα εξεδίπλωνεἐξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικάμεθυστικὰ άνθηἄνθη ειςεἰς δρόσον γλυκασμούγλυκασμοὺ καικαὶ τρυφήντρυφὴν ομμάτωνὀμμάτων δι' όλαὅλα τουτοῦ ΘεούΘεοῦ τατὰ πλάσματα· δίπλα ειςεἰς τηντὴν μικράνμικρὰν κάμινον μεμὲ τηντὴν κτιστήνκτιστὴν στέρναν τωντῶν στεμφύλων, είχενεἶχεν η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ τηντὴν μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεύρως ταύτης άλληνἄλλην σκάφην η ΚρινιώΚρινιῶ, καικαὶ ακούραστοιἀκούραστοι αιαἱ δύοδυὸ απόἀπὸ δύοδυὸ ημερώνἡμερῶν έπλυνονἔπλυνον, εμπουγάδιαζανἐμπουγάδιαζαν, εξέβγαινανἐξέβγαιναν, άπλωνανἄπλωναν, εστέγνωνανἐστέγνωναν, εμάζευανἐμάζευαν, καικαὶ ακόμαἀκόμα δενδὲν είχονεἶχον τελειώσει τηντὴν καλήνκαλὴν τωντῶν εργασίανἐργασίαν.
 
ΤηνΤὴν δευτέραν ημέρανἡμέραν η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ είχενεἶχεν ενοχληθήἐνοχληθῆ μεγάλως απόἀπὸ τατὰ τρεξίματα, τουςτοὺς θορύβους, καικαὶ τατὰ καμώματα ενόςἑνὸς σμήνους μικρώνμικρῶν παιδίων καικαὶ κορασίων, τατὰ οποίαὁποῖα εισήλαυνονεἰσήλαυνον εντόςἐντὸς τηςτῆς αυλήςαὐλῆς κ' εθορύβουνἐθορύβουν. ΣχεδόνΣχεδὸν όλαὅλα τατὰ παιδιάπαιδιὰ τηςτῆς γειτονιάςγειτονιᾶς, δέκα ή δεκαπέντε τοντὸν αριθμόνἀριθμόν, εισέβαλλονεἰσέβαλλον ειςεἰς τηντὴν αυλήναὐλήν, έτρεχανἔτρεχαν εδώἐδῶ-εκείἐκεῖ, εχοροπηδούσανἐχοροπηδούσαν, εκυνηγούντοἐκυνηγοῦντο γύρω-γύρω ειςεἰς τηντὴν καρούταν, έπαιζονἔπαιζον τοτὸ κρυφτάκι, έκυπτανἔκυπταν ειςεἰς τοτὸ φρέαρ, Νάρκισσοι διάδιὰ νανὰ ιδούνἰδοῦν τηντὴν σκιάν των ειςεἰς τοτὸ ύδωρὕδωρ, μεμὲ κίνδυνον νανὰ πέσουν μέσα, εξέβαλλονἐξέβαλλον μεγάλας, ανάρθρουςἀνάρθρους φωνάς, ωςὡς ΗχοίἨχοῖ, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθενὄπισθεν τηςτῆς καρούτας, ειςεἰς τατὰ σκοτεινάσκοτεινὰ στενώματα, όπουὅπου τατὰ έθελγενἔθελγεν ο παιγνιώδης φόβος - καικαὶ όλαὅλα ταύταταῦτα μεμὲ μεγάλην παιδικήνπαιδικὴν αδιακρισίανἀδιακρισίαν καικαὶ φορτικότητα, μημὴ αφήνονταἀφήνοντα τηντὴν φίλεργον γραίαν καικαὶ τηντὴν κόρην της νανὰ κάμουν ήσυχαιἤσυχαι τηντὴν εργασίανἐργασίαν των.
 
ΔύοΔυὸ πύλας είχενεἶχεν η ευρείαεὐρεία αυλήαὐλή, τηντὴν μεγάλην καικαὶ τηντὴν μικράν. ΚαιΚαὶ ταςτὰς δύοδυὸ ταςτὰς είχεεἶχε κλείσει επανειλλημένωςἐπανειλλημένως η ΓιαννούΓιαννοὺ μεμὲ τοντὸν μοχλόν, ή μεμὲ τοτὸ μάνδαλον, ελπίζουσαἐλπίζουσα νανὰ εύρηεὔρη ησυχίανἡσυχίαν· κ' αιαἱ δύοδυὸ ευρίσκοντοεὑρίσκοντο μετ' ολίγονὀλίγον ανοικταίἀνοικταὶ εκάστοτεἑκάστοτε· τούτοτοῦτο διότι καικαὶ οιοἱ ένοικοιἔνοικοι ελάμβανονἐλάμβανον συχνάσυχνὰ ανάγκηνἀνάγκην νανὰ εισέλθουνεἰσέλθουν ή νανὰ εξέλθουνἐξέλθουν, καικαὶ άλλοιἄλλοι εκτόςἐκτὸς τωντῶν παιδίων έξωθενἔξωθεν ήρχοντοἤρχοντο, συγγενείςσυγγενεῖς ή φίλοι τηςτῆς οικίαςοἰκίας. ΈκαμεἜκαμε παραστάσεις ειςεἰς τηντὴν σεβασμίαν γερόντισσαν, τηντὴν οικοκυράνοἰκοκυρᾶν, ήτιςἥτις επανειλημμένωςἐπανειλημμένως εμάλωσεἐμάλωσε τατὰ παιδία, όλωςὅλως αλυσιτελώςἀλυσιτελῶς. Παρεπονέθη ειςεἰς δύοδυὸ γειτόνισσες, μητέρας τινώντινῶν εκἐκ τωντῶν θορυβούντων παιδίων. ΑύταιἈύται τηςτῆς απήντησανἀπήντησαν ότιὅτι «νανὰ κοιτάζη τητὴ δουλειά της, καικαὶ νανὰ μηνμὴν κάνη κουμάντο σεσὲ ξένο βιό».
 
ΚοντάΚοντὰ τοτὸ μεσημέρι, η ΓιαννούΓιαννοὺ έστειλεἔστειλε τηντὴν ΚρινιώΚρινιῶ στοστὸ σπίτι, διάδιὰ νανὰ φέρη ψωμίψωμὶ καικαὶ φάβα, τηντὴν οποίανὁποίαν είχενεἶχεν ειπήεἰπῆ ότιὅτι θαθὰ έβραζενἔβραζεν η ΑμέρσαἈμέρσα –ήτις-ἥτις είχεεἶχε πάντοτε τοντὸν εργαλειόνἐργαλειόν της ειςεἰς τοτὸ σπίτι, καικαὶ δενδὲν συνήθιζε νανὰ λαμβάνη μέρος ειςεἰς τηντὴν πλύσιν καικαὶ άλλαςἄλλας εξωτερικάςἐξωτερικᾶς εργασίας–ἐργασίας- διάδιὰ νανὰ γευματίσουν.
 
Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ έμεινεἔμεινε προςπρὸς ώρανὥραν μόνη, εξακολουθούσαἐξακολουθοῦσα νανὰ πλύνη. ΤηνΤὴν ώρανὥραν εκείνηνἐκείνην υπήρχονὑπῆρχον εντόςἐντὸς τηςτῆς αυλήςαὐλῆς μόνον δύοδυὸ ή τρία κοράσια, τατὰ οποίαὁποῖα δενδὲν εθορύβουνἐθορύβουν κι αυτάαὐτὰ ολιγώτερονὀλιγώτερον απόἀπὸ τατὰ παιδία. ΑφότουἈφότου μάλιστα είχενεἶχεν ιδρυθήἱδρυθῆ ειςεἰς τοτὸ χωρίον σχολείονσχολεῖον τωντῶν θηλέων, τατὰ κοράσια είχονεἶχον μεγάλως ξυπνήσει. Η κυράκυρὰ δασκάλα πολλάπολλὰ γράμματα δενδὲν τατὰ εδίδασκενἐδίδασκεν, ακόμηἀκόμη ολιγώτεραὀλιγώτερα χειροτεχνήματα, αλλάἀλλὰ μόνον τατὰ εμάνθανεἐμάνθανε «νανὰ λάβουν θάρρος» καικαὶ νανὰ μηνμὴν κάνουν «σανσὰν σκιασμένα» καικαὶ σανσὰν «βουνίσια», καικαὶ εκήρυττενἐκήρυττεν ότιὅτι ήτοἧτο καιρόςκαιρὸς πλέον νανὰ «χειραφετηθώσιν».
 
Η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ τατὰ εμάλωσενἐμάλωσεν επανηλειμμένωςἐπανηλειμμένως, αλλἀλλ' αυτάαὐτὰ δενδὲν άκουανἄκουαν. ΤοΤὸ ενἐν μάλισταμάλιστᾳ θυγάτριον, μόλις επτάἑπτὰ ετώνἐτῶν, τηςτῆς γειτόνισσας τηςτῆς Προπαντίνας, η Ξενούλα, άρχισεἄρχισε νανὰ περιγελάπεριγελὰ τηντὴν γραίαν, μεμὲ μιμικάςμιμικᾶς κινήσεις τωντῶν χειρώνχειρῶν καικαὶ τουτοῦ στόματος.
 
ΣτιγμήνΣτιγμὴν τινά, τατὰ δύοδυὸ άλλαἄλλα κοράσια έτρεξανἔτρεξαν έξωἔξω τηςτῆς αυλήςαὐλῆς, η δεδὲ Ξενούλα, μείνασα, έκυπτενἔκυπτεν ειςεἰς τοτὸ φρέαρ, κ' εζητούσεἐζητοῦσε, μεμὲ μίαν βέργαν, νανὰ φθάση καικαὶ ταράξη τοτὸ νερόν. ΈκυπτενἜκυπτεν επιμόνωςἐπιμόνως, αλλἀλλ' η βέργα ήτοἧτο πολύπολὺ κοντήκοντὴ καικαὶ δενδὲν έφθανεἔφθανε.
 
- Ε! ΘεΘέ μου, καικαὶ νανὰ 'πεφτες μέσα, Ξενούλα! είπεεἶπε μεμὲ αλλόκοτονἀλλόκοτον γέλωτα η Φραγκογιαννού. ΤιΤί λευθεριάλευθεριὰ θαθὰ 'κανες τηςτῆς μάννας σου!
 
- Ε! ΣεΣέ μου, τσαίτσαὶ νανὰ 'μπεμπες μπέσα! εμιμήθηἐμιμήθη παρωδούσαπαρωδοῦσα τηντὴν φωνήνφωνὴν η Ξενούλα! ΤσιΤσὶ λελυγιάλελυγιὰ τσάκαλες τσητσὴ μπάμιαςμπάμιάς σου!
 
ΕίχενΕἶχεν ανασηκωθήἀνασηκωθῆ ολίγονὀλίγον, καικαὶ πάλιν έκυψενἔκυψεν βαθύτερον ή πρινπρίν.
 
ΤοΤὸ στόμιον τουτοῦ πηγαδιούπηγαδιοῦ, τετράγωνον, ήτοἧτο φραγμένον μεμὲ σανίδας ανίσουἀνίσου πλάτους, ώστεὥστε αιαἱ πλευραίπλευραὶ δενδὲν είχονεἶχον τοτὸ αυτόαὐτὸ ύψοςὕψος. Η μικράμικρὰ σανίς, εφἔφ' ηςἧς έκυπτενἔκυπτεν η Ξενούλα, ήτοἧτο χαμηλοτέρα τωντῶν άλλωνἄλλων τριώντριῶν, φθαρμένη, ολισθηράὀλισθηρά, φαγωμένη απόἀπὸ τηντὴν προστριβήνπροστριβὴν τουτοῦ σχοινίου τουτοῦ κουβάκουβᾶ, δι' ουοὐ ήντλουνἤντλουν ύδωρὕδωρ, μεμὲ σκουριασμένα καρφία, σαπράσαπρᾶ καικαὶ κινουμένη. ΚαθώςΚαθὼς έκυψενἔκυψεν η παιδίσκη, εστηρίχθηἐστηρίχθη όληὅλη, μεμὲ τοτὸ βάρος τουτοῦ σώματος επίἐπὶ τηςτῆς αριστεράςἀριστερᾶς χειρός, επάνωἐπάνω ειςεἰς αυτήναὐτὴν τηντὴν σανίδα, εγλίστρησενἐγλίστρησεν, η σανίςσανὶς ενέδωκενἐνέδωκεν, εξεκόλλησενἐξεκόλλησεν απόἀπὸ τηντὴν μίαν άκρανἄκραν, καικαὶ η Ξενούλα έπεσεἔπεσε κατακέφαλα μέσα ειςεἰς τοτὸ χάσκον στόμα τουτοῦ φρέατος. ΗκούσθηἨκούσθη πνιγμένη κραυγή, κτύπος, καικαὶ είταεἴτα μέγας πλαταγισμόςπλαταγισμὸς ειςεἰς τοτὸ ύδωρὕδωρ.
 
Η επιφάνειαἐπιφάνεια τουτοῦ νερούνεροῦ ήτοἧτο μίαν καικαὶ ημίσειανἡμίσειαν οργυιάνὀργυιὰν κάτω τουτοῦ στομίου, τοτὸ δεδὲ βάθος τουτοῦ νερούνεροῦ πρέπει νανὰ ήτοἧτο μιαςμιᾶς οργυιάςὀργυιᾶς.
 
ΕξἘξ εμφύτουἐμφύτου ορμήςὁρμῆς, η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ ηθέλησεἠθέλησε νανὰ φωνάξη καικαὶ νανὰ τρέξη ειςεἰς βοήθειαν. ΑλλάἈλλὰ τητὴ μενμὲν κραυγήν της η ιδίαἰδία έπνιξενἔπνιξεν ειςεἰς τοντὸν λάρυγγα, πρινπρὶν τηντὴν εκβάληἐκβάλη, αιαἱ δεδὲ κινήσεις παρέλυσαν καικαὶ τοτὸ σώμασῶμα τηςτῆς επάγωσενἐπάγωσεν. ΑλλόκοτοςἈλλόκοτος στοχασμόςστοχασμὸς τηςτῆς επήλθενἐπῆλθεν ειςεἰς τοντὸν νουννοῦν. ΙδούἸδοὺ ότιὅτι μόλις σχεδόνσχεδὸν ωςὡς αστεϊσμόνἀστεϊσμὸν είχενεἶχεν εκφέρειἐκφέρει τηντὴν ευχήνεὐχήν, νανὰ έπιπτενἔπιπτεν η παιδίσκη μέσα στοστὸ πηγάδι, καικαὶ ιδούἰδοὺ έγινενἔγινεν! ΆραἌρα ο ΘεόςΘεὸς (ετόλμαἐτόλμα νανὰ τοτὸ σκεφθήσκεφθῆ;) εισήκουσεεἱσήκουσε τηντὴν ευχήνεὐχήν της, καικαὶ δενδὲν ήτοἧτο ανάγκηἀνάγκη νανὰ επιβάληἐπιβάλη πλέον χείρας, αλλάἀλλὰ μόνον ήρκειἤρκει νανὰ ηύχετοηὔχετο, καικαὶ η ευχήεὐχὴ τηςτῆς εισηκούετοεἱσηκούετο.
 
ΜετάΜετὰ μίαν στιγμή, έλαβενἔλαβεν απόφασινἀπόφασιν νανὰ έλθηἔλθη μέχρι τουτοῦ στομίου τουτοῦ φρέατος, νανὰ κύψη καικαὶ νανὰ ιδήἰδῆ ειςεἰς τοτὸ βάθος. ΕίδεΕἶδε τηντὴν αγωνίανἀγωνίαν τηςτῆς μικράςμικρᾶς κόρης, ασπαιρούσηςἀσπαιρούσης μέσα ειςεἰς τοτὸ νερόν, είπεεἶπε καθ' εαυτήνἑαυτὴν ότιὅτι, καικαὶ ανἂν ήθελεἤθελε, δενδὲν θαθὰ ηδύνατοἠδύνατο νανὰ τηντὴν σώση. ΑλλάἈλλὰ βεβαίως, ανἂν επνίγετοἐπνίγετο... αυτήναὐτὴν θαθὰ κατηγόρουν! ΝαΝὰ κράξει τώρα βοήθειαν, ήτοἧτο αργάἀργά. ΑργάἈργὰ ίσωςἴσως θαθὰ ήτοἧτο διάδιὰ νανὰ σωθήσωθῆ η μικρά, αλλάἀλλὰ πιθανώςπιθανῶς δενδὲν θαθὰ ήτοἧτο αργάἀργὰ διάδιὰ νανὰ δείξη αυτήαὐτὴ τηντὴν αθωότηταἀθωότητά της. ΚαιΚαὶ όμωςὅμως δενδὲν απεφάσισεἀπεφάσισε νανὰ κράξη. Καλύτερον θαθὰ ήτοἧτο, ανἂν αμέσωςἀμέσως τοτὸ είχεεἶχε κάμει. ΑλλἈλλ' οποίαὁποία κακήκακὴ τύχη! ΠώςΠὼς τηντὴν επαίδευενἐπαίδευεν η αμαρτίαἁμαρτία! ΑνἊν ήτοἧτο τώρα η ΚρινιώΚρινιῶ εδώἐδῶ, πόσον ευκταίονεὐκταῖον θαθὰ ήτοἧτο! ΕκείνηἘκείνη βεβαίως θαθὰ ήτονἤτον ικανήἱκανὴ νανὰ κατέλθη ξυπόλητη ειςεἰς τοτὸ νερόννερὸν —διότι-διότι τοτὸ πηγάδι, όπωςὅπως συνήθως συμβαίνει, είχεεἶχε πατήματα ειςεἰς τουςτοὺς εσωτερικούςἐσωτερικοὺς τοίχους, εσοχάςἐσοχᾶς εντόςἐντὸς τουτοῦ κτιρίου τωντῶν λίθων, ανἂν καικαὶ ίσωςἴσως πολύπολὺ επικινδύνουςἐπικινδύνους καικαὶ ολισθηράς—ὀλισθηράς- καικαὶ πιθανόνπιθανὸν ήτοἧτο νανὰ κατώρθωνεν η ΚρινιώΚρινιῶ νανὰ σώση τηντὴν μικράνμικρὰν κορασίδα. Τώρα όμωςὅμως ήτοἧτο απελπισίαἀπελπισία καικαὶ θάνατος!
 
ΕιςΕἰς αυτάςαὐτὰς ταςτὰς στιγμάς, η ΦραγκογιαννούΦραγκογιαννοὺ είχεεἶχε λησμονήσει τηντὴν πρώτην ιδέανἰδέαν της - ότιὅτι ο ΘεόςΘεὸς ηθέλησεἠθέλησε νανὰ εισακουσθήεἰσακουσθῆ η ευχήεὐχή της καικαὶ νανὰ πνιγήπνιγὴ η παιδίσκη. ΕίταΕἴτα ευθύςεὐθὺς πάλιν ο λογισμόςλογισμὸς ούτοςοὗτος τηςτῆς επανήλθενἐπανῆλθεν ειςεἰς τοντὸν νουννοῦν - καικαὶ ακουσίωςἀκουσίως εγέλασεἐγέλασε πικρόνπικρὸν γέλωτα.
 
Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἀπεφάσισε τί ἔπρεπε νὰ κάμη.
Εν ριπή οφθαλμού απεφάσισε τι έπρεπε να κάμη.
 
«ΑςἊς πάω στοστὸ σπίτι, είπεεἶπε μέσα της. θαθὰ προφασισθώπροφασισθῶ, επειδήἐπειδὴ τοτὸ ΚρινιώΚρινιῶ αργείἀργεῖ νανὰ έλθηἔλθη –ίσως-ἴσως νανὰ μηνμὴν είνεἴν' έτοιμοἕτοιμο τοτὸ φαΐ–φαΐ- πωςπὼς πείνασα τάχα πολύ, κ' επροτίμησαἐπροτίμησα νανὰ φάμεφᾶμε όλοιὅλοι στοστὸ σπίτι, γιαγιὰ νανὰ βγάλω απἀπ' τοντὸν κόπο καικαὶ τοτὸ ΚρινιώΚρινιῶ, νανὰ κουβαλά».
 
Και εν ακαρεί, αφού ετοποθέτησε την σκάφην με όσα ρούχα είχε μισοπλυμένα ακόμη όπισθεν της καρούτας, εις μέγα ξύλινον αμπάριον, το οποίον εκλείδωσε, κ' έβαλε το κλειδίον στην τσέπην της, εξήλθε τρέχουσα από την αυλήν, διά της μικράς πύλης, την έκλεισεν έξωθεν με το μάνδαλον, και απήλθεν.
 
Καὶ ἐν ἀκαρεῖ, ἀφοῦ ἐτοποθέτησε τὴν σκάφην μὲ ὅσα ροῦχα εἶχε μισοπλυμένα ἀκόμη ὄπισθεν τῆς καρούτας, εἰς μέγα ξύλινον ἀμπάριον, τὸ ὁποῖον ἐκλείδωσε, κ' ἔβαλε τὸ κλειδίον στὴν τσέπην της, ἐξῆλθε τρέχουσα ἀπὸ τὴν αὐλήν, διὰ τῆς μικρᾶς πύλης, τὴν ἔκλεισεν ἔξωθεν μὲ τὸ μάνδαλον, καὶ ἀπῆλθεν.
 
 
</div>
{{Πλοήγηση|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο Θ'|Η Φόνισσα|Η Φόνισσα: Κεφάλαιο ΙΑ'}}
1.200

επεξεργασίες