Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η φλογέρα του Βασιλιά»

→‎ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων
(→‎ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: συνέχεια των διορθώσεων)
(→‎ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων)
και το στρατό του ρόγιασε<ref>''ρογιάζω'': προσλαμβάνω κάποιον στην υπηρεσία μου, στη δουλειά μου, με μισθό.</ref> μ' όλους τους θησαυρούς της
κ' ηύρε κορώνες τσαρικές από μαργαριτάρια [50]
κι ως εκατό κεντηταριών<ref>''κεντητάρι'': μονάδα μέτρησης ίση με εκατό λίτρα.</ref> χρυσή μονέδα πήγε
στην τέντα του, από μάλαμα πλεχτή και από μετάξι.
Και μήτε αυτός ο απάτητος μεσ' στη Χειμάρα, ο ΤμωροςΤμώρος,<ref>''ΤμωροςΤμώρος'': τo βουνό της Αλβανίας Tomorr‎ (Τομόρ), στην περιοχή του Μπερατίου, όπου κατέφυγαν και οχυρώθηκαν τρεις γιοι του Βλαδισλάβου.</ref>
στην πιο ορθωμένη του κορφή, στην πιο τραχειά του ράχη,
κι απείραχτο κι ασκλάβωτο δεν έσωσε ναφήκη,
κι από το σόι του Συμεών και απ' του Σισμάν την κλήρα
χέρι για το φοβέρισμα, για το φευγιό ποδάρι.
Τον είδαν, τόνε νιώσανενοιώσανε και δεν τόνετονε ξεχάνουν,
γιατί παντού σημάδεψε τ’ 'αστραποπέρασμά''ταστραποπέρασμά του,
κι όσα μεγάλα υψώνονται κι όσα πλατιά κυλιένται, [60]
Καύκασοι, Νείλοι, Απέννινα και Αντίταυροι και Ταύροι.
Κι από το Σάβα <ref>Σάβας''το Σάβα'': ητο χώραβασίλειο του Σαβά, στη ευδαίμονανοτιοδυτική Αραβία και απέναντι, στην Αιθιοπία</ref> ως τα βουνά τα χιμαριώτικαΧειμαριώτικα, όλα
δικά του, μονοκράτορας και ως πέρα στα Μπαλκάνια.
Τ’Τακούει ακούει κικ' η Μαυροθάλασσα ''κι ο πάγος της ραϊζει''ραΐζει,
κικ' η λαμπερή η Αδριατική κάποτε το ίσκιωμά του
νιώθεινοιώθει, άπλωμα από πάνου της τρικυμισμένου αιθέρα.
Κι από τη Θράκη χάνεται και φαινεταιφαίνεται στην Πόλη,
και προς την Αντιόχεια το φύσημά του παίρνει
για ν’νά βρειβρη το Σαρακηνό, και δεν κρατιέται εκείνος
μηδέ από τους βαλτότοπους, και μήτε από το χιόνι [70]
στα βουνοτόπια της Συριάς· και γύρω του δεν τρέμουν
αρρώστιες και αποκάρωμα και δείλιασμα-, του κάκου
στον ''κουρασμένο η δέηση και στον πεσμένο ο βόγκος''.
Πάντα μπροστά. Του φτάνουνε, πολλοί καιγια λίγοι, εκείνοι,
και μετρητοιμετρητοί και δαλεμένοι, όσοι βαστάν, γιατ’γιατ' έχουν
μεςμεσ' στα πλεμόνια τους πνοή του αέρα του δικού του.
Κι ολόγυρά του ανάβουνε τη φλόγα οι καλιφάδες,
και κάψαλα οι κατούνες τους<ref>''κατούνα'': καταυλισμός, στρατόπεδο·.</ref> τοκαι σύνολοκάτου<ref>Στην των αποσκευώνέκδοση του στρατού1910: ''κάτου''.</ref> και κάτω τ’ άρματάτάρματά τους,
και φεύγουν προς τη Δαμασκό, στου Λιβάνου τη σκέπη,
το λυτρωμό γυρεύοντας, μακριάθε σα γρικάνε [80]
το πέταλο του αλόγου του, σα χτύπημα του ολέθρου.
ΚιΚ' οι εμίρηδεςΕμίρηδες λυγίζονται και γέρνουν και στο χώμα
τα σέρνουν τα κεφάλια τους για να τους συμπαθήσεισυμπαθήση.
Από τ’ αρμένικατΑρμένικα βουνά κικ' ίσα με τ’ ακρογιάλιατακρογιάλια
τα ιταλικάΙταλικά, τιυτου πήρε η Δόξα τ΄ όνοματόνομα και τρέχει·,
πλέει την αυγή στο Δούναβη και πάει και προς το βράδυβράδι
προβάλλει και αργολούζεται μεςμεσ' στα νερά του Ευφράτη.
 
Κι απάνου απ' όλα η δόξα του πάει προς τη χώρα που είναι
το Πάγγαιο το λογάρι (θησαυρός) της κ' ειν' η Θεσσαλονίκη
βασίλισσά της, κ' η Έδεσσα μάννα της, βρυσομάννα, [90]
κ' είναι του Σλάβου τ' όνειροτόνειρο και του Ρωμιού η λαχτάρα.
Απλώνεται και οργώνεται κι ανθίζει και πατιέται
στη μέση του Αλιάκμονα και του Αξιού που πάντα
327

επεξεργασίες