Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η φλογέρα του Βασιλιά»

→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: συνέχεια των διορθώσεων
(→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: διορθώσεις)
(→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: συνέχεια των διορθώσεων)
σε όρθρους, σπερνούς, ολονυχτιές, στου κοσμικού τη λήθη,
κ' η δέηση, μοσκολίβανο του λόγου, πάει μαζί τους.
ΒόγgοιΒόγγοι και ουρλιάζουν, σπαρασμοί και βαργομάνε, σάρκες 20
σκίζονται λες, συντρίβονται κόκκαλα λες, ξεσπάνε
κατάρες και σκοτίζουνε τους ουρανούς και πάνε.
προς του αγιασμένου Παλατιού το φέγγος που μακριάθε
λιόλαμπρο του παιγνίδιζε και πλάνα τον καλούσε.
Κι ο δύτερος…δεύτερος… Μιλήστ' εσείς, που με το κάλεσμά του,
καλόγεροι και ρασοφόροι κ' ερημίτες, μαύρα
κοπάδια, μαύρα σύγνεφα, ζωές μαύρες, εδώ πέρα
Μιλήστε που τον είδατε το διαλεχτό της δόξας,
μισόγυμνο, γονατιστό, σκισμένο, σκεβρωμένο,
να κλαιγεταικλαίγεται, να δέρνεται μπροστά σας και να σκούζεισκούζη
του αμαρτωλού τα κρίματα και να ξεμολογιέται,<ref>Στην έκδοση του 1910 είναι: ''ξομολογιέται''.</ref>
κινένακ' ένα δασκαλευτό παιδί με βούνευρο τη σάρκα
να του ματώνειματώνη αλύπητα και να τον περιπαίζειπεριπαίζη.
Και τ’ όνοματόνομά του γιόμιζε την ιστορία. ΜιλείστεΜιλήστε
με του χορού σας το βαρύ τσάκισμα: ''Κύριε ελέησον !'' 110
ΚαιΚι ο τρίτοςοτρίτος απαράβγαλτοςο απαράβαλτος, ολάκριβος της Φήμης,
ο ατρόμητος κυβερνήτης, ο μέγας Καππαδόκης,
του Χαλεπιού ο πολέμαρχος, των Άδανων ο κύρης.
Του καταρράκτηκαταρράχτη του Τογρούλ<ref>''Τογρούλ:'', ιδρυτήςγνωστός τοκαι κράτουςως των''Τογρούλ Σελτζουκιδώνμπέης'': στην Περσίαο ιδρυτής της Σελτζουκικής δυναστείας, θείος του Άλπ-Αλπ Αρσλάν, ο πρώτος Τούρκος ηγεμόνας που έλαβε τον τίτλο το σουλτάνου.</ref> του στάθηκε χαράκι,<ref>''χαράκι'': ο μεγάλος βράχος, στα κρητικά.</ref>
και κράτησε τον Αρπασλάν, των Τούρκωντούρκων το σουλτάνο,
που καβαλάρηςκαβαλλάρης άνεμος απ’απ' τα βουνά του Πόντου
κι από τ’ αρμένικαταρμένικα στενά χυνόταν ως τους κάμπους
της Αντιόχειας· κικ' ύστερα να ! σκλαβοςσκλάβος του σουλτάνου,
κικ' ύστερα πιο λυπητερός ραγιάς, πανάθλιος δούλος
μέσα στη χώρα που όριζεώριζε· κικ' έφαε την καταφρόνια, 120
του μουλαριού το λάχτισμα, το φτύσιμο του Εβραίου,
και αφόρμισμα, και φάγοσαφάγοσσα,<ref>φάγοσα''φάγοσσα'': (πληγή) που τρώει τις σάρκεςκατατρώει.</ref> κικ' έπαιρνε από τα χέρια
που τόνε λιβανίσανε και που κεριά του ανάψαν,
το δαρμό, το βασάνισμα, το πλήγιασμα, την τύφλα.
327

επεξεργασίες