Η φλογέρα του Βασιλιά: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων)
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων)
Σαν την Εκάβη θρήνησα κι άκουσα της Γοργόνας [170]
της μυθικής το ρώτημα το αψύ προς τα καράβια:
«Ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος ;» Κ' εγώ είμ' η απόκριση· είπα :
«Δέσποινα ζη και ζώνεται, δικός μας είναι πάντα !»
Έπαιξα εγώ της Μαξιμώς και χόρεψε· του Ακρίτα
προς τους καιρούς αθάνατο· και οι Μοίρες με μοιράναν
όλες· πρωτοφανέρωτη στη δόξα της Αθήνας,
από τη Ρώμη πέρασα και ρίζωσα στηστην Πόλη.
Σαν κυκνοκύκνο, Ευρώτα, μ' έλουσες, και οι ροδοδάφνες σου άξια
κανοναρχούσαν κ' έψελνα. Και μ' έβρεξε και ο Κύδνος [180]
που ακόμα από τ’ αντίφεγγοταντίφεγγο της Κλεοπάτρας φέγγει.
Γεννήτρες μου είν’ οι μυστικές και φοβερές Μητέρες.
Φλογέρα η γλώσσα κικ' η όψη μου,· μα χίλιες όψες παίρνω,
και το ''τραγούδι μου χρησμός'' και η ''μουσική μου νόμος''.
Με τα φτερούγια του όνειρου κι αβάσταγα πετώντας,
περνώ από πάνου<ref>Στην έκδοση του 1910 είναι μια λέξη: ''αποπάνου''.</ref> από καιρούς και από τους τόπους πέρα
με πας, καράβι, δαίμονα του πελάου, Φαντασία.
Γίνομαι σάλπιγγα, σαλπίζω απάνου από τους τάφους,
τους πεθαμένουςπεθαmμένους ξαγρυπνώ, το δρόμο τους ρυθμίζω,
και το κορμί του τωρινού στο περασμένο δίνω, [190]
και φέρνω σας και τ’ αυριανάταυριανά με πρώιμηπρώϊμη γέννα ομπρός σας.
Τον άλλο κόσμο εγώ ’χωχω αρχή, τέλος τον κόσμο όλο,
γιομίζω τον αέρα αχός, μ’ ακούν, τ’ αυτιάταυτιά γητεύω,
κι απ’ τον αχό περνώ στο φως και πουθενά δε στέκω,
και ζωγραφιά τη μουσική, τον ήχο στίχο κάνω,
και το πουλί είμαι που λαλά μ’ ανθρώπινη λαλίτσα
και με λαλιά υπεράνθρωπη· κι ακούστε με, κι ακούστε!.
Μην τρέμετε· είμαι η ταπεινή, κικ' εγώ είμαι όλου του κόσμου,
κικ' εγώ είμαι η βλάχα η όμορφη, κικ' η βλάχα η παινεμένη,.
 
Χωριάτης ποιοςποιός ανήξερος ή ποιοςποιός θεομπαίχτης Φράγκοςφράγκος, [200]
ποιοςποιός Βενετσάνοςβενετσάνος πονηρός, οχτρός της Ρωμιοσύνης,
ή ποιοςποιός κακός μετωριστής, ποιοςποιός άθεος χαροκόπος,
πέστε μου, ποιοποιό παράλλαμα, γραικός, γασμούλος, ξένος,
του έρμου στερνού κρυψώνα σου τσακίζοντας την πόρτα,
κι ανοίγοντας το μνήμα σου και διαγουμίζοντάς το,
σε τάραξε, σε ξύπνησε, σε ξέβρασε, συντρίμμι,
μαγαριστής, ατιμαστής των άγιων ; Και είν’είν' εκείνος
που αγνάντεψέ με απόμερα, καλάμι απορριμμένο,
και πήρε και με στύλωσε στα δόντια σου, τραβώντας
τ’τανίερο ανίερο τ’ αναγέλασματαναγέλασμα κι όσο δεν έπαιρνε άλλο. [210]
Κι ανάμεσα στα δόντια σου στοίχειωσα κι εμάς ο,τ’ είμαι.
Κι εσ’ είσαι που ξεψύχαγες και προτού ξεψυχήσεις
376

επεξεργασίες