Η φλογέρα του Βασιλιά: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: διορθώσεις
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: διορθώσεις (συνέχεια))
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: διορθώσεις)
Κατά τον τοίχο στριμωμένο, σάμπως καρφωμένο,
στο πλάϊ μνημάτουμνημά του ξέσκεπου, διαγουμισμένου, κάτι [80]
που ξέγινε κι από άνθρωπος, τραβώντας για να γίνη
σκέλεθρο, και μαυρόδειχνε στα κόκκαλά του απάνου
Εμένα γιος μου ο πόλεμος, κόρη μου εμένα η νίκη.
Ρωτήστε και τον Ισμαήλ, τον Αβασγό, τον Πέρση,
να σας το πει ο Σαρακηνός, κι απ΄όλους΄πρώτααπ' όλους πρώτα ο Σκύθης.»
 
Κ' ένα σάλεμα σάλεψε στα ολόβαθα του νούςνου τους [120]
και στην καρδιά τους μια φωνή· κ' έτσ' η φωνή μιλούσε.
<<«Στρατιώτες και σπαθάρηδες, τουρμάρχες και σεργέντες,
του λογοθέτηΛογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι,
χαρά σ΄εσάςσ' εσάς κι αλίμονοαλλοίμονο σ΄εσάςσ' εσάς, του ξένου διώχτες !
Άγριο κι αν είναι το όραμα, καλό είναι το σημάδι.
Μπροστά σας ο αυτοκράτορας και να τοςνατος ο δεσπότης,
ίδιος, ακέραιοςακέριος, άλιωτος, όχι από κρίματαμκρίματα, όχι
σα χτυπημένος από οργής ουρανικής το χέρι.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς, θαματουργός πατέρας,
άλιωτος, άγιο λείψανο, ξαναζωντανεμένος,
μήνυμα τρισευλογητό, σαν άγγελος Κυρίου. [130]
Πέστε και προσκυνείστεπροσκυνήστε τον. καιΚαι την αναλαγέστρα
φλογε΄ρα,φλογέρα θεοφοβούνα,θεοφοβούμενα πάρτε του από το στόμα.
και πλύντε του μ΄ανθόνερομ' ανθόνερο την όψη, και τα πόδια
χρίστε του με μυρόλαδο., Μαντότοραμαντότορα απολύστε,
γοργά να πάειπάη το μήνυμα προς τον Παλαιολόγο,
να τρέξει εδώ με την τιμή που πρέπει, φέρνονταςφέρνοντάς του
τα περσικά κεντήματα, του Βαγδατιού τα πεύκαπεύκια,
της Βενετιάς το μάλαμα, της Θήβας το μετάξι,
τ΄άνθιατάνθια τ΄τ' ανατολίτικα, τα συριανά τα μύρα,
πλούσια νεκροστολίσματα, βασιλικά σουδάρια<ref> σουδάρια''σουδάρι'': μαντήλι·, λινήλινό οθόνηκάλυμμα πουτης κάλυπτε τη κεφαλήκεφαλής των νεκρών.</ref> [140]
στο δεύτερο το ξόδι του, πιο φανταχτό απ΄απ' το πρώτο.
Κι όσο είν’ η Πόλη σαν ποδιά σκισμένη, παλλακίδα
του Φράγκου, σκλάβα του Ιταλού, μπαίγνιο του Καταλάνου,
πάνου σε λεύτερη μια γη, σε μια εκκλησιά χυμένη
βυζαντινά, σε γη ρωμιά, φωτοπλημμυρισμένη,
σύρτε τον, καβαλάρηδεςκαβαλλάρηδες, της γης τον καβαλάρη,
και μνήμ’ ανοίχτε διάπλατο, σφυροκοπώντας όλο
τον μπρούντζο και το σίδερο και το γρανίτη σκάφτε
και στρώστε του να κοιμηθεί ξανά και ψυθιρείστεψιθυρείστε: [150]
″Ξανακοιμήσου«Ξανακοιμήσου, λείψανο, και κάμε, κι ας κοιμάσαι,
να βρούμε τη πατρίδα μας ξανά, κικ' εσύ το μνήμα
το τρίτο, το καλύτεροκαλήτερο στη λυτρωμένη Πόλη!″ >>
 
Και πέσαν, προσκυνήσανε το λείψανο, απολύσαν
μαντάτορα, το μήνυμα να πάει του Παλαιολόγου.
331

επεξεργασίες