Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Η φλογέρα του Βασιλιά»

→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: συνέχεια διορθώσεων)
κοιτώντας, φοβερίζοντας με τόνομα του Ρήγα.
 
Η Πόλη, να την ! πέραΠέρα εκεί στον Κάμπο,. Και είν΄είν' ο Κάμπος,
χέρσος, πλατύς, ολάνοιχτος, διαγουμισμένος,<ref>''διαγουμισμένος'': λεηλατημένος.</ref> έρμος.
Την πρωινήπρωτινή δόξα κλειείκλιεί της Ρωμανίας·, κικ' η δόξα
και βασιλιάδων πάντα ωμών και αργών, και βασιλιάδων
που ζήσανε με το σπαθί πάντα όξω απ΄τοαπ' το θηκάρι, [30]
και βασιλιάδων που αγκαλιά με τη Μελέτη πο’ χειπόχει
τα μάτια της ολάνοιχτα, τα πόδια της παρμένα,
και βασιλιάδων που ήτανεείτανε με την Κακία και πάντα,
την κούρβα<ref>''κούρβα'': ξεδιάντροπη γυναίκα, κακόψυχη, πόρνη.</ref> τη χυτρόχειλη και τη χαμηλοφρύδα,
καθώς με το κριάς· της Ρωμανίας κικ' η δόξα
πάει, πάλιωσε, και πέρασε κι αν ξαναδώσειξαναδώση και όσο,
γλυκάδα του χινοπόρουχυνόπωρου και γέλιογέλοιο του χειμώνα.
Χαλάσματα, χαλάσματα, χαλάσματα, όλα κι όλα.,
Μαζίμαζί κι ο Κάμπος χάλασμα, κι απ’ ΄τητη Χαρσή την Πύλη, [40]
κατά τον Άγιοάγιο Μάμαντα, στο λιμενάριΛιμενάρι ως πέρα,
σωπαίνουν τα καστέλιακαστέλλια του και παν’παν τα τριμπουνάλια<ref>τριμπουνάλια:, δικαστήρια</ref>,
και του προδρόμουΠροδρόμου κικ' εκκλησιά, του Εβδόμου το παλάτιΠαλάτι,
πια δεν ηχολογάν ψαλμούς και ααλασμούςαλαλασμούς δε στέλνουν
για να ’λαρώσουνλαρώσουν την οργή του Παντοδύναμου-, όχι.
Μήτεμήτε που πια δοξολογάν του βασιλιά στο θρόνο
τ’ ανεβάσματανεβάσμα. Κι όλα αδειανά, κι ανάμεσα και σ΄όλασ' όλα
του Θεολόγουθεολόγου τάη τ΄αη-Γιαννιού το φτωχικό ρημάδι
στο μοναστήρι, γκρέμισμα και κείνο, μια κλησούλα,
τώρα μαντρί για πρόβατα, για πιστικούς λημέρι. [50]
Και χάλασμα και το μαντρί, τα πάντα ερμιά και γύμνια.
Και μέσα στα συντρίμματα και παραμερισμένα,
σάπια, σαρκοφάγωτασαρακοφάγωτα, δυσκολογνώριστα, όλα,
λείψανα σαν από σταυρούς και μια πνοή από τάφους.
Τι θέτε εδώ, ξεφαντωτές ; Πατά το πόδι απάνου
 
στο χώμα και στο μούκιασμα<ref>μούκιασμα: μούχλα</ref> και τοντο μποχό σηκώνει.,
Τι θέτε εδώ, ξεφαντωτές; Πατά το πόδι απάνου
Καικαι κάποτε ήτανείταν ο μποχός<ref>''μποχός'': κουρνιαχτός, σκόνησύννεφο σκόνης.</ref> κικ' ήτανείταν ως χτες η μούχλα
στο χώμα και στο μούκιασμα<ref>μούκιασμα: μούχλα</ref> και τον μποχό σηκώνει.
Και κάποτε ήταν ο μποχός<ref>μποχός: κουρνιαχτός, σκόνη </ref> κι ήταν ως χτες η μούχλα
βυζαντινά εικονίσματα, καλόβαλτα, πλασμένα
με το ρηγλί,<ref>''ρηγλί'': χάρακαςμάλλον καιεννοεί χαράκι:βράχοςκαλέμι ή κάποιο είδος ράβδου.</ref> με το ψηφί, με το μαρφαριτάρι-μαργαριτάρι,
μα ήρθε και τα ’λιωσετάλιωσε ο Καιρός Κοπρώνυμος, σαν να ’τανείταν
από σόιτο σόϊ των Ίσαυρω βαλτός εικονομάχος. [60]
Και μιάν αυγή ανοιξιάτικη, χυτή στην ώρια πλάση,
στους Κόρφους και στους Βόσπορους και σ' όλα τα ακρογιάλια
και αποκαρώθη του κλεισμού για μια στιγμή το πείσμα,
του Λογοθέτη σύντροφοι, του βασιλιά νομάτοι,
σπαθάρηδες, δομέστικοι, σεργέντες,<ref>''σεργέντες'': πεζοί, ασπιδοφόροι στρατιώτες· απλοί πολεμιστές χωρίς τίτλο.</ref> ασηκρήτεςασικρίτες,<ref> ασηκρήτες''ασικρίτες'': αυλικοί τιτλούχοι, οι εξ απορρήτων (''a secretis'', στα λατινικά) γραμματείς.</ref>
βρεθήκανε ξεφαντωτές και πήγαν πεζοδρόμοι [70]
και σταματήσαν ίσα εκεί στο χάλασμα· και ο τόπος
γέμισε από μιλήματα και βρόντους χαροκόπων,
ξανάσασμα και γιόρτασμα. Κ' έξαφνα μέσα σε όλα,
σε μια ώρα μυστηριακή, του απίστευτου γεννήτρα,
σπαθάρης νιος τριγυριστής ανοιχτομάτηςανοιχτομμάτης ήρθε
και βρέθηκε σε ξαφνική, σε αλλότριαν όψη αγνάντια,
κ' έβγαλε μια στριγγιά φωνή, και τρέξαν όλοι. Βλέπουν.
Κατά τον τοίχο στριμω[(γ)]μένοστριμωμένο, σάμπως καρφωμένο,
στο πλάϊ μνημάτου ξέσκεπου, διαγουμισμένου, κάτι [80]
που ξέγινε κι από άνθρωπος, τραβώντας για να γίνει
327

επεξεργασίες