Τα συχαρίκια: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

καμία σύνοψη επεξεργασίας
(Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Τα συχαρίκια | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής= | ενό...)
 
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
 
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = ΤαΤὰ συχαρίκια
| συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
| μεταφραστής=
| ενότητα =
| επόμενο =
| προηγούμενο=
| σημειώσεις = {{plain sister|έκδοση=ναι}}
}}
 
Τρεῖς χαρὲς εἶχε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ κυρα-Γαλάτσαινα τοῦ Κασσανδριανοῦ, χήρα τοῦ μακαρίτου ὁμωνύμου πλοιάρχου, ἀποθανόντος πρό τινων ἐτῶν πτωχοῦ μετὰ πολλὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ πρώτη ἦτο ὅτι εἶχε ἀρραβωνίσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν κόρην της, τὴν Μυρσούδα, μὲ καλὸν γαμβρόν, τὸν Βασίλην τὸν Μπόνον. Ἡ δευτέρα ἦτο ὅτι, σήμερον πρωτοχρονιάν, ἑώρταζε τὴν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματός του ὁ ἴδιος ὁ γαμβρός της. Ἡ τρίτη ἦτο ὅτι ἔμελλον νὰ τελεσθῶσι τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας τὰ «ἐμβατίκια» τοῦ γαμβροῦ εἰς τὴν οἰκίαν της.
 
Ἡ ἰδέα τῆς κυρα-Γαλάτσαινας ἦτον νὰ εἶχον τελεσθῆ τὰ «μβατίκια» ἀφ’ ἑσπέρας, τὴν νύκτα τοῦ παλαιοῦ χρόνου πρὸς τὴν ἀνατολὴν τοῦ νέου, ὅπως θὰ ἦτο πρέπον. Ἀλλὰ τὰ συμπεθερικὰ ἐπέμειναν ν’ ἀναβληθῶσι τὰ μβατίκια διὰ τὴν νύκτα τῆς ἑορτῆς πρὸς τὴν 2 Ἰανουαρίου. Οἱ λογαριασμοί, βλέπετε, τῶν συγγενῶν τοῦ γαμβροῦ δὲν συμφωνοῦν καθ’ ὅλα τὰ μέρη πάντοτε μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς μητρὸς τῆς νύμφης. Ὁ λογαριασμὸς τῆς κυρα-Γαλάτσαινας ἔλεγεν ὅτι, ἂν ἐτελοῦντο τὰ μβατίκια ἀφ’ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς, μεθ’ ὃ ὁ γαμβρὸς θὰ ἦτο, κατὰ τὸ ἔθος, ἐλεύθερος νὰ ἐπισκέπτηται δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας τὴν ἀρραβωνιστικήν του εἰς τὴν οἰκίαν της (ἠμποροῦσε, μάλιστα, ἂν ἦτον ἀδιάκριτος, καὶ νὰ τὸ στρώσῃ «κόττα πίττα» εἰς τὸ σπίτι τῆς νύμφης), ἡ μήτηρ τῆς νύμφης θὰ ἐγλύτωνεν ἀπὸ κάμποσα γλυκύσματα καὶ δῶρα, τὰ ὁποῖα ἦτον ὑπόχρεως νὰ κουβαλήσῃ εἰς τὰς οἰκίας τῶν συμπεθερικῶν. Ἐν πρώτοις, αὐτὴ ἡ ἑορτὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ γαμβροῦ θὰ ἤγετο εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Δὲν θὰ ἦτο τότε ἡ κυρα-Γαλάτσαινα ὑποχρεωμένη νὰ κουβαλήσῃ ὁλόκληρον μέγα σινίον μπακλαβᾶ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς συμπεθέρας της, ἄλλα μεγάλα ταψία ἀπὸ ζαχαροχαμαλιὰ καὶ ἄλλα τραγήματα εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν θείων τοῦ γαμβροῦ, καὶ συγχρόνως νὰ κερνᾷ αὐτὴ ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν οἰκίαν της, διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματος, καὶ πάλιν τὴν ἑσπέραν νὰ ἔχῃ ἄλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια καὶ ἀκροσφαλῆ, εἰς τὴν οἰκίαν της, ὅπου θὰ ἐτελοῦντο τὰ μβατίκια.
Τρεις χαρές είχε την ημέραν εκείνην η κυρα-Γαλάτσαινα του Κασσανδριανού, χήρα του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου, αποθανόντος προ τινών ετών πτωχού μετα πολλάς επιχειρήσεις. Η πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την κόρην της, την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η δευτέρα ήτο ότι, σήμερον πρωτοχρονιάν, εώρταζε την εορτην τού ονόματος του ο ίδιος ο γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας τα «εμβατίκια» τού γαμβρού εις την οικίαν της.
 
Ἀλλ’ ὁ λογαριασμὸς τῶν συμπεθερικῶν ἔλεγεν ὅτι δὲν ἦτον πρέπον νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν μητέρα του ὁ γαμβρός, νὰ ἑορτάσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, πρὶν στεφανωθῇ ἀκόμη, εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Τοῦ χρόνου, ὅτε θὰ ἐστεφανώνετο, ἂς ἑορτάσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπαιρνεν αὕτη προῖκα, μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της. Ἀλλ’ ἐφέτος διὰ τελευταίαν φοράν, ἂς μείνῃ ἀκόμη πλησίον τῆς μητρός του. Θὰ ἦτο σκάνδαλον νὰ ἔφευγε.
Η ιδέα τής κυρα-Γαλάτσαινιας ήτον να είχον τελεσθή τα «μβατίκια» αφ’ εσπέρας, την νύκτα τού παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν’ αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2 Ιανουαρίου. Οι λογαρια­σμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού δεν συμφωνούν καθ’ όλα τα μέ­ρη πάντοτε με τούς λογαριασμούς της μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρα-Γαλάτσαινας έλεγεν ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ’ ε­σπέρας της παραμονής, μεθ’ό ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθε­ρος να επισκέπτηται δις και τρις της ημέρας την αρραβωνιστικήν του εις την οικίαν της (ημπορούσε, μάλιστα, αν ήτον αδιάκριτος, και να το στρώση «κόττα πίττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρα-Γαλάτσαινα υποχρεωμένη να κουβαλήσει ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την οικίαν της συμπεθέρας της, άλλα μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την οικίαν της, δια την εορτην του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν να έχει άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.
 
Τὰ χαμαλιὰ «τὰ κρυφὰ» τὰ εἶχαν φάγει ἤδη οἱ συμπέθεροι ὅλοι – ὅσον τοὺς ἐπέτρεψε νὰ φάγουν ὁ ἴδιος ὁ γαμβρός. Διότι αὐτὸς ὁ γαμβρός, ὁ Βασίλης ὁ Μπόνος, ἅμα εἶδε τὸ ὡραῖον γανωμένον καὶ στίλβον σινίον γεμᾶτον ἀπὸ εὐώδη καὶ προκλητικά, λευκὰ καὶ ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν ζώνην τὸν λάζον του, μακρὰν μάχαιραν τὴν ὁποίαν ἔφερε πάντοτε εἰς τὴν μέσην, καὶ καρφώσας διὰ μιᾶς τέσσαρα ἢ πέντε χαμαλιά, ἤρχισε νὰ τὰ καταβροχθίζῃ, κόπτων αὐτὰ μὲ τοὺς προσθίους ὀδόντας, ἁλωνίζων μὲ τὴν γλῶσσαν, καὶ παραπέμπων ἀμέσως εἰς τὸν οὐρανίσκον, χωρὶς νὰ τὰ μασᾷ μὲ τοὺς τραπεζίτας του.
Αλλ’ ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτον πρέπον να φύγει από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάσει την ημέραν της εορτής του, πριν στεφανωθεί ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης. Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάσει εις την οικίαν της νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αυτή προίκα, με γεια της και με χαρά της. Αλλ' εφέτος δια τελευταίαν φοράν, ας μείνει ακόμη πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε.
 
Αἱ ἀδελφαί του καὶ οἱ γαμβροί του τὸν ἐπέπληξαν δι’ αὐτό, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἐνόει τὰς παρατηρήσεις των. Αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ γαμβρός; Δική του δὲν ἦτον ἡ νύμφη; Δικά του καὶ τὰ προικιά. Δικά του καὶ τὰ χαμαλιά, καὶ ὅλοι οἱ μπακλαβάδες καὶ ὅλα. Τὰ χαμαλιὰ μάλιστα τοιαύτην εἶχον συμβολικὴν ἔννοιαν. Διατί τὰ ἔλεγαν χαμαλιά; Ἐσήμαιναν τὰ ἄλλα χαϊμαλιά, τὰ περίαπτα. Ἦσαν φυλαχτικά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔστελνεν ἡ πενθερά του, διὰ νὰ μὴν τὸν ἰδῇ κακὸ μάτι, μὴν τύχῃ καὶ τὸν ἀβασκάνῃ κανείς.
Τα χαμαλιά «τα κρυφά» τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του, μακράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα καταβροχθίζει, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόν­τας, αλωνίζων με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς να τα μασά με τους τραπεζίτας του.
 
Ἀλλὰ τὰ κρυφὰ χαμαλιὰ δὲν θὰ ἤρκουν, καὶ ἂν ἐπέτρεπεν ὁ γαμβρὸς νὰ τὰ φάγωσιν ὅλα οἱ συγγενεῖς. Τώρα, μὲ τὰ μβατίκια, ἦτον καιρὸς διὰ τὰ ἄλλα δῶρα τὰ ἐπίσημα. Καὶ τὰ συμπεθερικὰ δὲν θὰ ἐταιριάζοντο ποτέ, ἐὰν ἡ συμπεθέρα ἤθελε νὰ τοὺς τὸ «πάῃ καπότο», οἰκονομοῦσα μὲ τρόπον νὰ ἐγίνοντο τὰ μβατίκια ἀφ’ ἑσπέρας, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐκουβαλοῦσε νέα πράγματα εἰς τὰς πέντε ἢ ἓξ οἰκίας τῶν στενωτέρων συγγενῶν τοῦ γαμβροῦ της, τοῦ Βασίλη.
Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι’ αυτό, άλλ' αυ­τός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός; Δική του δεν ήτον η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά; Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα οποία του έστελνεν η πενθερά του, δια να μην τον ιδεί κακό μάτι, μην τύχη και τον αβασκάνει κανείς.
 
Ἄλλως, τὰ φανερά, τὰ ἐπίσημα, ἐπήγαιναν μαζὶ μὲ τὰ μβατίκια, τὰ ὁποῖα ἦσαν, αὐτὸ τοῦτο, φανέρωσις καὶ ἐπισημοποίησις τοῦ ἀρραβῶνος, καὶ τὰ κρυφὰ οὐδὲν ἄλλο ἦσαν, εἰμὴ ἀναγκαῖον ἐφόδιον καὶ συμπλήρωμα τῆς τελετῆς τοῦ ἀρραβῶνος, τῆς νυκτὸς ἐκείνης, καθ’ ἣν εἶχε κατορθωθῆ τέλος, μετὰ πολλὰ βάσανα, «νὰ δέσουν πανδρειές».
Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός να τα φάγωσιν όλα οι συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτον καιρός διά τα άλλα δώρα τα επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ, εάν η συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάει καπότο», οικονομούσα με τρό­πον να εγίνοντο τα μβατίκια αφ’ εσπέρας, διά να δικαιολογηθεί ότι δεν θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των στενωτέρων συγ­γενών του γαμβρού της, του Βασίλη.
 
{{αστεράκι|type=12}}
Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης, καθ’ ην είχε κατορθωθεί
 
Ὤ! αὐτὲς οἱ πανδρειές! Πόσα φαρμάκια τὴν εἶχαν ποτίσει τὴν κυρα-Γαλάτσαινα, καὶ πῶς τῆς εἶχαν «ψήσει τὸ ψάρι στὰ χείλη». Κατόπιν ἀπὸ τὴν πρώτην προξενιάν, μετὰ πολλὰ λόγια καὶ «μαναφούκια» καὶ σκάνδαλα, ὕστερον ἀπὸ πολλὰ ψὶ-ψὶ καὶ πολλὲς ἀβανιὲς καὶ κατηγορίες, ἀφοῦ ραδιοῦργα γύναια ἔβαζαν στὰ λόγια τὸν γαμβρὸν καὶ τὲς συμπεθέρες καὶ ἔψαλλαν πολλὰ ἀνάποδα ἐγκώμια ἐναντίον τῆς πενθερᾶς καὶ τῆς νύμφης, κατωρθώθη τέλος νὰ ὁρισθῇ ἡ ἑσπέρα τοῦ Σαββάτου, τῆς δευτέρας ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, διὰ νὰ «δέσουν πανδρειές». Ἡ κυρα-Γαλάτσαινα ἐφύλαττεν ἄκραν μυστικότητα, ἀλλ’ ὅλη ἡ γειτονιὰ τὸ ἤξευρε, σχεδὸν σίγουρα. Εἰς τοὺς μαχαλάδες, καταλάβατε, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, ἡ μία γειτόνισσα εἶναι κατάσκοπος τῆς ἄλλης γειτόνισσας. Οἱ τοῖχοι ἀκροῶνται, τὰ παράθυρα βλέπουν, αἱ θύραι μυρίζονται, οἱ «πετεινοὶ» τῶν καπνοδόχων σείουν τὰς λοφιὰς μὲ τοιοῦτον τρόπον ὡς νὰ κατανεύουν τάχα ὅτι ἐνόησαν.
τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν πανδρειές».
 
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, ἤναψεν ἡ κυρα-Γαλάτσαινα τὸ μέγα ὀκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ εἶχε καράβι ὁ μακαρίτης ὁ ἄνδρας της. Εἶχον συνέλθει εἰς τὴν οἰκίαν της ὁ ἀδελφός της ὁ γερο-Λάζος, καὶ ἡ κυρα-Λάζαινα ἡ νύμφη της, καὶ ἡ Μπόζαινα ἡ ἀδελφή της, καὶ ὁ Μπόζας ὁ γαμβρός της. Οἱ τέσσαρες, καὶ αὐτή, ὅλοι πέντε, ἔκαμαν τρεῖς σταυρούς, κ’ ἐξεκίνησαν εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός.
 
Ἐὰν δὲν ἦσαν πέντε θὰ ἦσαν τρεῖς ἢ ἑπτὰ ἢ ἐννέα. Μονὸς ἀριθμὸς πρέπει νὰ εἶναι οἱ συγγενεῖς τῆς νύμφης, ὅσοι θὰ ὑπάγουν ν’ ἀνταλλάξουν ἀρραβῶνα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ, ὄχι ποτὲ ζυγὸς ἀριθμός. Ἀγνοῶ τὸν λόγον, καὶ πολλοὶ τὸν ἀγνοοῦσι, κατὰ τὸν στίχον τοῦ ἀειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
Ω ! αυτές οι πανδρειές! Πόσα φαρμάκια την είχαν ποτίσει την κυρα-Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη». Κατόπιν από
 
Ἔκαμνε ψῦχος καὶ ἦτο ἐλαφρὰ χιονιά. Ἐπροπορεύετο ὁ Μπόζας κρατῶν τὸ φανάρι, δευτέρα ἤρχετο ἡ κυρα-Γαλάτσαινα φέρουσα τὸν δίσκον μὲ τὰ γλυκά, πέντε κοῦπες τὸ ὅλον, ἀπὸ κυδώνιον καὶ μύγδαλον καὶ μαστίχαν. Τρίτος ἤρχετο ὁ γερο-Λάζος, κατόπιν ἡ Λαζίτσα ἡ σύζυγός του, καὶ τελευταία ἡ Μπόζαινα.
την πρώτην προξενιάν, μετά πολλά λόγια και «μαναφούκια» και σκάν­δαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλές αβανιές και κατηγορίες, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα λόγια τον γαμβρόν και τες συμπεθέρες και έψαλλαν πολλά ανάποδα εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος να ορισθεί η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειές». Η κυρα-Γαλάτσαινα εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ’ όλη η γειτονιά το ήξευρε, σχεδόν σί­γουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είναι κατάσκοπος της άλλης γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.
 
Ἦτο δεκάτη ὥρα, καὶ ἦτο ἐλπὶς ὅτι εἶχον ἀποκοιμηθῆ ὅλοι οἱ γείτονες. Ἀλλὰ μόλις κατέβησαν εἰς τὸ σοκάκι, καὶ πάραυτα ἠκούσθη ἐλαφρὸς τριγμὸς παραθύρου ὑπανοιγομένου. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μαριὼ ἡ Μπαλωματοὺ ὑπώπτευε δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας ὅτι ἔμελλε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ γίνῃ ὁ ἀρραβὼν τῆς Μυρσούδας τῆς κυρα-Γαλάτσαινας. Αἱ ὑποψίαι της ἐκρατύνθησαν πολὺ ὅταν, ἀφοῦ ἐνύκτωσεν, ἤκουσε καὶ ᾐσθάνθη τὸν γερο-Λάζον μὲ τὴν συμβίαν του, καὶ τὸν Μπόζαν μὲ τὴν φαμίλιαν του, ἀνερχομένους εἰς τὴν οἰκίαν τῆς χήρας τοῦ Κασσανδριανοῦ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ βεβαιωθῇ, δὲν ἐπλάγιασε, μόνον ἔμεινεν ἕως τὰς δέκα παραμονεύουσα, ἑωσοῦ εἶδε τὰ πέντε ἄτομα μὲ τὸ φανάρι ἐξερχόμενα εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομήν. Τότε δὲν τῆς ἔμεινε πλέον ἀμφιβολία, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, ἐνῷ ὁ γαμβρὸς θὰ ἐτραγάνιζε, καρφώνων μὲ τὴν μακρὰν μάχαιράν του, τὰ κρυφὰ τὰ χαμαλιά, αὐτὴ θὰ διηγεῖτο τὸ πρᾶγμα εἰς ὅλην τὴν γειτονιάν.
Την εσπέραν του Σαββάτου, ήναψεν η κυρα-Γαλάτσαινα το μέγα οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον καιρόν
 
{{αστεράκι|type=12}}
πού είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο-Λάζος, και η κυρα-Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε, έκαμαν τρεις σταυρούς, κι εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.
 
Τὸ σπίτι τῆς Μπόναινας ἦτο ἀρκετὰ μακρὰν κατὰ τὰς διαστάσεις τοῦ χωρίου καὶ κατὰ τὸ μέτρον μὲ τὸ ὁποῖον ἐμετροῦσαν τὰς ἀποστάσεις οἱ νησιῶται, ἀπεῖχε δηλαδὴ περὶ τὰ διακόσια βήματα. Ἀφοῦ παρῆλθον πολλὰς οἰκίας σκοτεινὰς καὶ ἡσύχους, κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀλλὰ τῶν ὁποίων τὰ παράθυρα ἔτριξαν ἅμα τῇ προσεγγίσει των, καθὼς εἶχε τρίξει καὶ τὸ παράθυρον τῆς Μαριῶς τῆς Μπαλωματοῦς, οἱ πέντε ἀντιπρόσωποι τῆς μνηστῆς ἔφθασαν εἰς ἓν στενὸν καὶ δυσῶδες σοκάκι, καὶ ἅμα εἰσῆλθον ἐκεῖ, εἶδον μέγαν λύχνον νὰ φέγγῃ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τὸ γυαλὶ ἑνὸς παραθύρου ἔχοντος ἀνοικτὰ τὰ παραθυρόφυλλα. Ἐκεῖ ἦτο τὸ σπίτι τοῦ γαμβροῦ καὶ τοὺς ἐπερίμεναν.
Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός πρέπει να είναι οι συγγενείς της νύμφης, όσοι θα υπάγουν ν’ ανταλλάξουν
 
Ἀνέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Μπόναινας, ὅπου εὐθὺς ἤνοιξεν ἡ θύρα, καὶ εἰσῆλθον, πρῶτος ὁ Μπόζας, κρατῶν τὸ φανάριον, διὰ νὰ εἶναι καλορρίζικον τὸ ἀνδρόγυνον, νὰ κάμνῃ ὅλο γυιούς, δευτέρα ἡ Λαζίτσα, ἡ νύμφη τῆς Γαλάτσαινας, ἥτις εἶχε λάβει τὰ γλυκὰ εἰς τὰς χεῖράς της τώρα, διὰ νὰ ἔχῃ ὅλο γλύκες καὶ χαρὲς τὸ ἀνδρόγυνον. Αὕτη, ἡ Λαζίτσα, πολὺ νεωτέρα τοῦ ἀνδρός της, συνέβαινε νὰ ἔχῃ ἀμφοτέρους τοὺς γονεῖς της ζῶντας, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπροτιμήθη νὰ κρατήσῃ τὰ γλυκά, διὰ νὰ ἔχῃ πολλὴν ζωὴν τὸ ἀνδρόγυνον. Τρίτος εἰσῆλθεν ὁ γερο-Λάζος, διὰ νὰ γεράσῃ τὸ ἀνδρόγυνον. Τετάρτη εἰσῆλθεν ἡ Μπόζαινα «ἀνδρογυνάρικα» διὰ νὰ δείξῃ τὴν ἁρμονίαν τῶν δύο φύλων. Πέμπτη καὶ τελευταία εἰσῆλθεν ἡ πενθερά, διὰ νὰ δείξῃ τὴν ὑπακοὴν καὶ τὴν ὑποταγὴν τῆς νύμφης εἰς τὸν γαμβρόν.
αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι,, κατά τον στίχον τού αειμνήστου
 
Ἡ κυρα-Μπόναινα δὲν εἶχε παραλείψει νὰ βάλῃ «ἕνα τσεκούρι ἀνάποδα», ἀλλ’ εἰς μέρος κρυφόν, ὅπου νὰ μὴ φαίνεται, ὑποκάτω εἰς τὸν καναπέν. Τοῦτο ἐσήμαινεν ὅτι, ἂν ὑπῆρχε καὶ καμμία βασκανία, δὲν ἔπρεπε νὰ τολμήσῃ νὰ βγῇ εἰς τὸ φανερὸν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ. Μετὰ τὸ «καλῶς ἤρθατε» καὶ τὸ «καλῶς σᾶς ηὕραμε», ἡ κυρα-Λάζαινα ἀπέθεσε τὸν δίσκον μὲ τὰ γλυκὰ ἐπὶ τῆς ἑτοίμης τραπέζης, καὶ ὅλοι ἐκάθισαν μὲ τὸ «καλῶς ἀνταμωθήκαμε». Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ὅλοι ἐσηκώθησαν ὄρθιοι, καὶ ὁ γαμβρός, ὑψηλὸς ξανθὸς νέος, φορῶν τὰ κυριακάτικα, ἀφοῦ ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς ἐνώπιον τοῦ εἰκονοστασίου τῆς οἰκίας, προσελθὼν εἰς τὴν κυρα-Γαλάτσαιναν, ἔβαλε μετάνοιαν καὶ τῆς ἠσπάσθη τὴν χεῖρα, ἐγχειρίζων ἅμα αὐτῇ μέγα μεταξωτὸν μανδήλιον χρωματιστόν, εἰς μίαν γωνίαν τοῦ ὁποίου ἦσαν κομποδεμένα γυναικεῖον δακτυλίδιον καὶ ἕνδεκα χρυσᾶ φλωρία. Συγχρόνως ἡ Γαλάτσαινα τὸν ἠσπάσθη εἰς τὴν παρειάν, καὶ τοῦ ἐφόρεσεν εἰς τὸν δάκτυλον τῆς ἀριστερᾶς δακτυλίδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε φέρει μαζί της.
Παπαρρηγοπούλου.
 
Ἀκολούθως, ὁ Βασίλης ὁ Μπόνος ἐπλησίασεν ἕνα ἕκαστον τῶν ἄλλων τεσσάρων συγγενῶν τῆς μνηστῆς, καὶ ἀσπαζόμενος τὴν δεξιάν των, τοὺς ἐφίλευσεν ἀνὰ ἓν φλωρίον τρύπιον, μὲ κόκκινην ταινίαν δεμένον, ἢ ἀνὰ μίαν λίραν γαλλικὴν ἢ τουρκικήν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὑπῆρχον ἀκόμη εἰς χεῖρας τοῦ πτωχοῦ λαοῦ φλωρία καὶ λίραι.
Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας κρα­τών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρα-Γαλάτσαινα φέρουσα τον δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπες το όλον, από κυδώνιον και μύγδαλον και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γερο-Λάζος, κατόπιν η Λαζίτσα η σύζυγός του, και τελευταία η Μπόζαινα.
 
Ἔλαβον ὅλοι γλυκὸν καὶ ἔπιον μαστίχαν ἢ ροσόλιον, εὐχηθέντες τὰ «καλορρίζικα» καὶ τὰ «τίμια στέφανα». Εἶτα ἐστρώθησαν εἰς τὸ δεῖπνο, καὶ οἱ ἄνδρες ἔφαγαν καλά, αἱ δὲ γυναῖκες ἐγεύθησαν μὲ ἄκρα χείλη. Καὶ εἶτα ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι οἴνου. Καὶ ὁ μπαρμπα-Λάζος καὶ ὁ Μπόζας ἔπιναν γερά, κ’ ἐπλήθυναν τὰς εὐχὰς καὶ τὰ συγχαρητήρια, κ’ ἐτραγουδοῦσαν:
Ήτο δεκάτη ώρα, και. ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθεί όλοι οι γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι’ όλης της ημέρας ότι έμελλε την εσπέραν εκείνην να γίνει ο
 
{{block center|<poem style="font-style:italic;">
αρραβών της Μυρσούδας της κυρα-Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γερο-Λάζον με την συμβίαν του, και τον Μπόζαν με την φαμίλιαν του, ανερχόμενους εις την οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθεί, δεν επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν. Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο γαμβρός θα ετραγάνιζε, καρφώνων με την μακράν μαχαιράν του, τα κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την γειτονιάν.
Σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι πού ’ρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραΐσῃ
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χίλια χρόνια νὰ ζήσῃ.
</poem>}}
 
Εἰς τοῦτο ἐκ μέρους τοῦ γαμβροῦ ἀπήντησαν διὰ τοῦ ἄλλου:
 
{{block center|<poem style="font-style:italic;">
Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις τού χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα. Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριξαν άμα τη προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδον μέγαν λύχνον να φέγγει από μέσα, από το γυαλί ενός παρα­θύρου έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα. Εκεί ήτο το σπίτι του γαμ­βρού και τους επερίμεναν.
Χίλια καλῶς ὡρίσατε, φίλοι μ’ ἀγαπημένοι,
κι ἀπὸ καιροῦ χαρούμενοι καὶ καλοκαρδισμένοι.
</poem>}}
 
Ἀκμαία ἦτο ἡ εὐθυμία, καὶ ὑπῆρχεν ἑκατέρωθεν καλὴ διάθεσις, μόνον ἓν κακὸν σημεῖον ἐφάνη, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὅλους νὰ μελαγχολήσουν. Ὁ γερο-Λάζος, ὅταν ἔπινε, συνήθιζε νὰ ὁμιλῇ μὲ πολλὰς χειρονομίας. Ἕνεκα τοῦ ἐλαττώματος τούτου ἀνέτρεψεν ἀπροσέκτως τὸν μέγαν λύχνον, ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ δείπνου. Ὁ λύχνος ἔσβησεν, ἡ δὲ συντροφία θὰ ἔμενεν εἰς τὰ σκοτεινά, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ κανδήλιον τὸ καῖον ἐνώπιον τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὡς καὶ δύο κηρία ἀναμμένα ἐπὶ τῆς ἑστίας.
Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, δια να είναι καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις τας χείρας της τώρα, διά να έχει όλο γλύκες και χαρές το ανδρόγυνον. Αυτή, η Λαζίτσα, πολύ νεω­τέρα του ανδρός της, συνέβαινε να έχη αμφότερους τους γονείς της ζώντας, και δι’ αυτό επροτιμήθη να κρατήσει τα γλυκά, διά να έχη πολλήν ζωήν το ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γερο-Λάζος, δια να γεράσει το ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθεν η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», δια να δείξει την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν η πενθερά, δια να δείξει την υπακοήν και.την υποταγήν της νύμφης εις τον γαμβρόν.
 
Διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν κακὴν ἐντύπωσιν, ὁ γερο-Λάζος ὑπεσχέθη νὰ βαπτίσῃ αὐτὸς τὸ πρῶτον παιδίον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγεννᾶτο ἐκ τοῦ συνοικεσίου, καὶ νὰ εἶναι καὶ γυιός. Ἀφοῦ εἶχε χύσει τὸ λάδι, εἶπεν, αὐτὸς τὸ ἔβλεπε καλὸν σημεῖον, διότι λάδι θὰ ἔχυνε καὶ εἰς τὴν βάπτισιν τοῦ παιδίου.
Η κυρα-Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι ανά­ποδα», αλλ’ εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήσει να βγει εις το φανερόν και να ενεργήσει. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η κυρα-Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης τραπέζης, και όλοι εκάθισαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ’ ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός, υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις την κυρα-Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα, εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της.
 
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἐκρούσθη ἡ θύρα τῆς οἰκίας.
Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα εκαστόν των άλλων τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των, τους εφίλευσεν ανά εν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν η τουρκικήν. Τον καιρόν εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και λίραι.
 
{{αστεράκι|type=12}}
 
Ὁ μικρὸς υἱὸς τῆς Γαλάτσαινας, παιδίον ἐννέα ἐτῶν, ὁ Χρῆστος, εἶχε γελασθῆ μὲ χίλια ψεύματα τὴν ἑσπέραν ὑπὸ τῆς μητρός του, ὅτι ὁ ἀρραβὼν θ’ ἀνεβάλλετο διὰ τὸ ἄλλο Σάββατον. Εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ἀφοῦ ἔφαγε πολλὰ γλυκὰ καὶ ἔλαβεν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ φάγῃ περισσότερα τὴν ἐπαύριον. Εἶχε τὴν ἀπαίτησιν νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς εἷς ἐκ τῶν ἀνδρῶν, ὅσοι θὰ ἐπήγαιναν νὰ «δέσουν τὶς πανδρειὲς» εἰς τοῦ γαμβροῦ τὸ σπίτι. Ἡ μήτηρ του, τοῦ τὸ ὑπεσχέθη κατ’ ἀρχάς, ἐλπίζουσα ὅτι θὰ ἦσαν ἑπτὰ τοὐλάχιστον οἱ συγγενεῖς, ὅσοι θὰ πήγαιναν διὰ τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ συγγενεῖς τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἐκανόνιζον τὰ τοιαῦτα, παρήγγειλαν ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὡρίσθη εἰς πέντε, ἡ Γαλάτσαινα, μὴ δυναμένη ν’ ἀφήσῃ ἀπ’ ἔξω ἄλλους ἡλικιωμένους συγγενεῖς, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποκλείσῃ τὸν ἀνήλικον υἱόν της.
Έλαβον όλοι γλυκόν και επίον μαστίχαν η ροσόλιον, ευχηθέντες τα «καλορρίζικα» και τα «τίμια στέφανα». Είτα εστρώθησαν εις το δείπνον, και οι άνδρες έφαγαν καλά, αι δε γυναίκες εγεύθησαν με άκρα χείλη. Και είτα ετέθησαν εις ενέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι οίνου. Και ο μπάρμπα-Λάζος και ο Μπόζας έπιναν γερά, κι επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρη­τήρια, κι ετραγουδούσαν :
 
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθῃ, ἀναμασῶν τὰ τόσα γλυκὰ καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ἐνωρίς, πρὶν ἔλθωσιν ἀκόμη εἰς τὴν οἰκίαν τὰ δύο συγγενικὰ ἀνδρόγυνα. Ἀλλὰ περὶ τὸ μεσονύκτιον, ἀφοῦ ἐχόρτασε τὸν ὕπνον, ἐξύπνησε καὶ βλέπει τὴν ἀδελφήν του, ἡμιπλαγιασμένην παρὰ τὴν ἑστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδῶς τὸ φθίνον πῦρ καὶ μελετῶσαν τὴν ἰδέαν τοῦ γάμου. Ἡ Μυρσούδα δὲν εἶχεν ὕπνον, καὶ οἱ λογισμοί της καὶ τὰ ξυπνητὰ ὄνειρά της, τὰ ὁποῖα ἐπλησίαζαν νὰ γίνουν πράγματα, ἐπετοῦσαν πρὸς τὴν οἰκίαν ἐκείνην τοῦ ἀρραβωνιαστικοῦ της, ὅπου εὑρίσκοντο τώρα ἡ μήτηρ της καὶ οἱ θεῖοι καὶ αἱ θεῖαί της. Διότι εἶναι κάτι τι παράξενον, βλέπεις, νὰ πανδρευθῇ ἄνθρωπος. Πρέπει νὰ καμαρώνῃς καὶ νὰ δαγκώνῃς τὰ χείλη σου, νὰ μὴ γελᾷς. Ἀπὸ τὸ σπίτι ἔξω δὲν βγαίνεις, ἀλλὰ μόλις θὰ προβάλῃς εἰς τὸ παράθυρον διὰ νὰ ποτίσῃς τὴν γάστραν μὲ τὰ λουλούδια, μόλις θὰ φανῇς εἰς τὸν ἐξώστην διὰ νὰ γεμίσῃς τὸ κανάτι νερὸ ἀπὸ τὴν στάμνα, εὐθὺς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ γειτόνισσες, σοῦ φωνάζουν: «Μὲ τς γειές, Μυρσούδα!» Τότε τί νὰ πῇς; Νὰ κάμῃς τὸν κωφόν; Θὰ σοῦ τὸ φωνάξουν δυνατώτερα. Νὰ εἰπῇς «φχαριστῶ»; Θ’ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου, καὶ σὰν τὸ ἀνοίξῃς θὰ γελάσῃς χωρὶς νὰ θέλῃς. Ὅσο καὶ νὰ καμαρώνῃς, θὰ χαμογελάσῃς, δὲν μπορεῖς. Εἶναι κάτι τι παράξενον, βλέπεις, νὰ πανδρευθῇ ἄνθρωπος.
 
Εἶδε λοιπὸν ὁ μικρὸς τὴν Μυρσούδαν νὰ ρεμβάζῃ, καὶ τὴν θέσιν τῆς μητρός του τὴν βλέπει κενήν. Τινάζει τότε τὸ πάπλωμα, πετιέται ἀπάνω, καὶ βάζει τὲς φωνές. Ποῦ εἶναι ἡ μάννα; Ἐπῆγαν νὰ δέσουν τὶς πανδρειές, κι αὐτὸν τὸν ἐγέλασαν μὲς στὰ μάτια. Ἡ ἀδελφή του δὲν ἠξεύρει πῶς νὰ εἰπῇ ψεύματα μὲ πιθανότητα. «Γουρούνα, βρωμούσα!» Τὴν πιάνει ἀπὸ τὰ μαλλιά. Τῆς τὰ τραβᾷ δυνατά. Τὴν θανατώνει ἀπὸ τὸν πόνον. Κλαίει ἐκείνη καὶ δοκιμάζει νὰ κρατήσῃ τὰ χέρια του. Ἐπὶ τέλους ἐπικαλεῖται ἓν ψεῦμα εἰς βοήθειάν της.
Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μή ραΐσει
 
Ἡ μητέρα ἐπῆγε στην ἐκκλησία. Θὰ γίνῃ πάλιν σήμερα, τὴν Κυριακήν, νύκτα βαθιὰ ἡ λειτουργία, καθὼς προχθὲς τὰ Χριστούγεννα.
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει·
 
Εἶναι τώρα τρεῖς ἀπ’ τὰ μεσάνυκτα. Δὲν τὸν ἐξύπνησε διὰ νὰ μὴ τὸν κρυώσῃ. Ἀλλὰ τώρα-τώρα θὰ φέξῃ, καὶ θὰ πάγῃ κι αὐτὸς στὴν ἐκκλησία.
 
Ὁ μικρὸς ἐκόντευσε νὰ πιστεύσῃ. Ἀλλά, κατὰ συγκυρίαν, βλέπει ἐκεῖ, ὑποκάτω ἀπ’ τὰ εἰκονίσματα ἐπὶ μικροῦ τραπεζίου, τὴν προσφοράν, ποὺ εἶχεν ἡ μητέρα του ἀπὸ προχθὲς φυλαγμένην, διὰ νὰ τὴν προσφέρῃ σήμερον εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ προσφορὰ ἦτο ἐκεῖ τυλιγμένη εἰς λευκὸν προσόψιον. Ἂν ἡ μητέρα ἐπήγαινε στὴν ἐκκλησία, θὰ ἔπαιρνε τὴν προσφορὰν μαζί της.
Εις τούτο εκ μέρους του γαμβρού απήντησαν διά του άλλου:
 
― Τὴν ἐξέχασ’ ἡ μητέρα τὴν προσφορά, ἐδοκίμασε νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Μυρσούδα.
 
― Ψέματα λές. Γουρούνα, γουρούνα!
Χίλια καλώς ωρίσατε, φίλοι μ’ αγαπημένοι,
 
Κ’ ἔκαμε πάλι νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰ μαλλιά.
κι από καιρόν χαρούμενοι και καλοκαρδισμενοι.
 
Ἡ Μυρσούδα ἔδεσε σφιγκτὰ τὸ λευκὸν τουλουπάνι της, καὶ τὸ κατεβίβασεν ἕως τὰ ὀφρύδια, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὰ ὡραῖα καστανὰ μαλλιά της.
 
― Ἡ προσφορά, ἐπανέλαβεν ἡ Μυρσούδα, συγκεντροῦσα ὅλην τὴν γυναικείαν λογικὴν εἰς τὸν νοῦν της, ἡ προσφορὰ ἔγινε γιὰ τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ δέσουν τὶς πανδρειές. Ἀφοῦ ἀπομείναμε αὐτὸ τὸ Σάββατο, τώρα τὴν προσφορὰ θὰ τὴν φᾶμε μεῖς, κ’ ἡ μητέρα θὰ ζυμώσῃ ἄλλη τὸ ἄλλο Σάββατο, γιὰ νὰ τὴν πάῃ στὴν ἐκκλησία, γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ δέσουν τὶς πανδρειές.
Ακμαία ήτο η ευθυμία, και υπήρχεν εκατέρωθεν καλή διάθεσις, μόνον έν κακόν σημείον εφάνη, το οποιον έκαμεν όλους να μελαγχολήσουν. Ο γερο-Λάζος, όταν έπινε, συνήθιζε να ομιλεί με πολλάς χειρονομίας. Ένεκα του ελαττώματος τούτου ανέτρεψεν απροσέκτως τον μέγαν λύχνον, επί της τραπέζης του δείπνου. Ο λύχνος έσβησεν, η δε συντροφιά θα έμε­νεν εις τα σκοτεινά, αν δεν υπήρχε το κανδήλιον το καίον ενώπιον των αγίων εικόνων, ως και δύο κηρία αναμμένα επί της εστίας.
 
― Ψέματα, δὲ μὲ γελᾷς! γουρούνα!
Διά να μετριάσει την κακήν εντύπωσιν, ο γερο-Λάζος υπεσχέθη να βαπτίσει αυτός το πρώτον παιδίον, το οποίον θα εγεννάτο εκ του
 
Εἶχεν ἐξασθενήσει πολύ, καὶ ἴσως θὰ ἐπείθετο. Ἀλλὰ τότε ἐνθυμήθη ὅτι ἀφ’ ἑσπέρας ὑπῆρχεν ἐπάνω εἰς τὸ ἴδιον τραπέζι μέγας δίσκος, καὶ ὁ δίσκος αὐτὸς ἔλειπε τώρα ἀπ’ ἐκεῖ. Ἐκ τούτου ὁδηγούμενος, ἐκοίταξεν ἐπάνω εἰς τὸ ράφι, καὶ εἶδεν ὅτι ἔλειπαν ἀπ’ ἐκεῖ αἱ πέντε ἢ ἓξ κοῦπες τοῦ γλυκοῦ, ὁποὺ ὑπῆρχαν τὸ βράδυ.
συνοικε­σίου, και να είναι και γυιός. Αφού είχε χύσει το λάδι, είπεν, αυτός το έβλεπε καλόν σημείον, διότι λάδι θα έχυνε και εις την βάπτισιν του παιδιού.
 
Τότε ὁ μικρὸς ἔβαλεν ἀγρίαν κραυγήν, καὶ ἥρπασε τὰ δύο κλώνια ἢ τὰ ἄκρα τοῦ κεφαλοδέσμου τῆς ἀδελφῆς του, προσπαθῶν νὰ τὴν ξεμανδηλώσῃ.
Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα της οικίας.
 
― Ψεύτρα! γουρούνα! πῆγαν νὰ δέσουν τὶς πανδρειές.
 
Ὁ μικρὸς ἐφόρεσε τὸ ἔνδυμά του, κ’ ἐζήτησε νὰ φύγῃ. Ἤθελε νὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ. Ἐν τῇ παραφορᾷ του δὲν ἐφοβεῖτο πλέον οὔτε τοὺς σκαλικαντζάρους, οὔτε τὰ φαντάσματα.
 
Ἡ ἀδελφή του κλαίει, φοβεῖται νὰ μείνῃ μοναχή της. Ὁ μικρὸς δὲν τὴν ἀκούει, ἀνοίγει τὴν θύραν, ἐξέρχεται. Ἐκείνη τρέχει κατόπιν του. Ἐκεῖνος γυρίζει.
Ο μικρός υιός της Γαλάτσαινας, παιδίον εννέα ετών, ο Χρήστος, είχε γελασθεί με χίλια ψεύματα την εσπέραν υπό της μητρός του, ότι ο αρραβών θα ανεβάλλετο διά το άλλο Σάββατον. Είχεν αποκοιμηθεί, αφού έφαγε πολ­λά γλυκά και έλαβεν υπόσχεσιν ότι θα φάγει περισσότερα την επαύριον. Είχε την απαίτησιν να είναι και αυτός εις εκ των ανδρών, όσοι θα επήγαιναν να «δέσουν τις πανδρειές» εις του γαμβρού το σπίτι. Η μήτηρ του, του το υπεσχέθη κατ’ αρχάς, ελπίζουσα ότι θα ήσαν επτά τουλάχιστον οι συγγενείς, όσοι θα πήγαιναν διά την υπόθεσιν. Αλλ’ αφού οι συγγενείς του γαμβρού, οίτινες εκανόνιζον τα τοιαύτα, παρήγγειλαν ότι ο αριθμός ωρίσθη εις πέντε, η Γαλάτσαινα, μη δυναμένη ν’ αφήση άπ’ έξω άλλους ηλι­κιωμένους συγγενείς, ευρέθη εις την ανάγκην ν’ αποκλείσει τον ανήλικον υιόν της.
 
― Ἄναψέ μου τὸ φανάρι, τώρα εὐθύς, γιατὶ…
Ο μικρός απεκοιμήθη, αναμασών τα τόσα γλυκά και τας υποσχέσεις, ενωρίς, πριν έλθωσιν ακόμη εις την οικίαν τα δύο συγγενικά ανδρόγυνα.
 
Καὶ τὴν ἐφοβέριζε μὲ τὸν γρόνθον.
Αλλά περί το μεσονύκτιον, αφού εχόρτασε τον ύπνον, εξύπνησε και βλέπει την αδελφήν του, ημιπλαγιασμένην παρά την εστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδώς το φθίνον πυρ και μελετώσαν την ιδέαν του γάμου. Η Μυρσούδα δεν είχεν ύπνον, και οι λογισμοί της και τα ξυπνητά όνειρά της, τα οποία επλησίαζαν να γίνουν πράγματα, επετούσαν προς την οικίαν εκείνην του αρραβωνιαστικού της, όπου ευρίσκοντο τώρα η μήτηρ της και οι θείοι και αι θείαι της. Διότι είναι κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθεί άνθρω­πος. Πρέπει να καμαρώνεις και να δαγκώνεις τα χείλη σου, να μη γελάς. Από το σπίτι έξω δεν βγαίνεις, αλλά μόλις θα προβάλεις εις το παράθυρον δια να ποτίσεις την γάστραν με τα λουλούδια, μόλις θα φανείς εις τον εξώστην διά να γεμίσεις το κανάτι νερό από την στάμνα, ευθύς ο κόσμος, δηλαδή οι γειτόνισσες, σου φωνάζουν: «Με τς γειές, Μυρσούδα!» Τότε τι να πεις ; Να κάμεις τον κωφόν; Θα σου το φωνάξουν δυνατώτερα. Να ειπείς «φχαριστώ » ; Θ’ ανοίξεις το στόμα σου, και σαν το ανοίξεις θα γελάσεις χωρίς να θέλεις. Όσο και να καμαρώνεις, θα χαμογελάσεις, δεν μπο­ρείς. Είναι κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθεί άνθρωπος.
 
― Τὸ φανάρι τὸ ἐπῆρε ἡ μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ’, ποῦ θὰ πᾷς; Τώρα, ὅπου εἶναι θὰ ’ρθοῦνε πίσω.
Είδε λοιπόν ο μικρός την Μυρσούδαν να ρεμβάζει, και την θέσιν της μητρός του την βλέπει κενήν. Τινάζει τότε το πάπλωμα, πετιέται απάνω, και βάζει τες φωνές. Πού είναι η μάννα; Επήγαν να δέσουν τις πανδρειές, κι αυτόν τον εγέλασαν μες στα μάτια. Η αδελφή του δεν ηξεύρει πώς να ειπεί ψεύματα με πιθανότητα. «Γουρούνα, βρωμούσα!» Την πιάνει από τα μαλλιά. Της τα τραβά δυνατά. Την θανατώνει από τον πόνον. Κλαίει εκείνη και δοκιμάζει να κρατήσει τα χέρια του. Επί τέλους επικαλείται έν ψεύμα εις βοήθειάν της.
 
Τοῦ ἔλεγε πολλά, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐπέμενεν. Ἴσως ἐπὶ τέλους ὁ φόβος τῶν σκαλικαντζάρων, θὰ τὸν ἔκαμνε νὰ γυρίσῃ πίσω, ἀφοῦ ἔκαμνεν ὀλίγα βήματα εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη φωνή, κάτω ἀπὸ τὸν ἐξώστην.
Η μητέρα επήγε στην εκκλησία. Θα γίνει πάλιν σήμερα, την Κυριακήν, νύκτα βαθιά η λειτουργία, καθώς προχθές τα Χριστούγεννα.
 
{{αστεράκι|type=12}}
Είναι τώρα τρεις απ’ τα μεσάνυκτα. Δεν τον εξύπνησε διά να μη τον κρυώσει. Αλλά τώρα-τώρα θα φέξει, και θα πάγει κι αυτός στην εκ­κλησία.
 
― Τί ἔχετε, θὰ πῶ; ἔλεγεν ἡ φωνή.
Ο μικρός εκόντευσε να πιστεύσει. Αλλά. κατά συγκυρίαν, βλέπει εκεί, υποκάτω απ’ τα εικονίσματα επί μικρού τραπεζίου, την προσφοράν, που
 
― Θεια-Χρυσῆ, δὲν ἀκοῦς; εἶπεν ἡ Μυρσούδα. Θέλει νὰ πάῃ στὶς πανδρειές.
είχεν η μητέρα του από προχθές φυλαγμένην, διά να την προσφέρει σή­μερον εις την εκκλησίαν. Η προσφορά ήτο εκεί τυλιγμένη εις λευκόν προσόψιον. Αν η μητέρα επήγαινε στην εκκλησία, θα έπαιρνε την προσφο­ράν μαζί της.
 
Ἡ θεια-Χρυσῆ ἦτο πτωχὴ καὶ ἔρημη χήρα, κατοικοῦσα εἰς μικρὸν θάλαμον, εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας. Ἤξευρε τὰ περὶ τοῦ ἀρραβῶνος, καὶ ἠγάπα τὴν κόρην καὶ τὴν μητέρα της. Ἦτο δὲ μακρινὴ συγγενὴς τοῦ γαμβροῦ.
— Την εξέχασ’ η μητέρα την προσφορά, εδοκίμασε να ισχυρισθεί η Μυρσούδα.
 
― Γιά νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου Μυρσούδα, εἶπεν· ἦρθε κανένας ἀπ’ τὸ σπίτι τοῦ γαμβροῦ νὰ σοῦ πάρῃ τὰ σ’χαρίκια;
— Ψέματα λες. Γουρούνα, γουρούνα!
 
― Ὄχι.
Κι έκαμε πάλι να την αρπάξει από τα μαλλιά.
 
― Πῶς ξέχασαν οἱ μουρλοί! Γιά νὰ σοῦ πῶ, ἔχω ἐγὼ ἕνα μικρὸ φαναράκι, τώρα τὸ ἀνάφτω, καὶ νὰ πᾶμε μαζὶ μὲ τὸ Χρῆστο, καὶ νὰ ’ρθῶ πίσω νὰ σ’ πάρω τὰ σ’χαρίκια. Κλειδώσου μὲς στὸ σπίτι καὶ μὴ φοβᾶσαι.
Η Μυρσούδα έδεσε σφιγκτά το λευκόν τουλουπάνι της, και το κατεβίβασεν έως τα φρύδια, δια να προφύλαξη τα ωραία καστανά μαλλιά της. —Η προσφορά, επανέλαβεν η Μυρσούδα, συγκεντρούσα όλην την γυναικείαν λογικήν εις τον νουν της, η προσφορά έγινε για την ημέραν που
 
{{αστεράκι|type=12}}
θα δέσουν τις πανδρειές. Αφού απομείναμε αυτό το Σάββατο, τώρα την προσφορά θα την φάμε μείς, κι η μητέρα θα ζύμωσει άλλη το άλλο Σάβ­βατο, για να την πάει στην εκκλησία, για την ημέρα πού θα δέσουν τις πανδρειές.
 
Ἔκρουσαν τὴν θύραν τῆς οἰκίας τῆς Μπόναινας. Ὁ Χρῆστος ἔγινε δεκτός, διότι ἀφοῦ ἐδέθησαν πλέον οἱ ἀρραβῶνες, ἦτο πλέον ἀδιάφορον ἂν ἤρχοντο καὶ ἄλλοι, περιττοὶ ἢ ἄρτιοι.
— Ψέματα, δε με γελάς! γουρούνα!
 
Ἐφίλησαν τὴν θεια-Χρυσῆ, ἥτις τοὺς συνεχάρη πρώτη, καὶ ἐπανελθοῦσα μόνη μετ’ ὀλίγα λεπτά, ἐπῆρε τὰ συχαρίκια τῆς Μυρσούδας, ἥτις τὴν «ἀσήμωσεν», ἤτοι τῆς ἔδωκεν ἀργυροῦν νόμισμα.
Είχεν εξασθενήσει πολύ, και ίσως θα επείθετο. Αλλά τότε ενθυμήθη ότι αφ’ εσπέρας υπήρχεν επάνω εις το ίδιον τραπέζι μέγας δίσκος, και ο
 
Ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἑωρτάσθη καλῶς εἰς τὰς οἰκίας τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης συμπεθέρας. Ἡ Μυρσούδα δὲν ἐπρόφθανε νὰ φτιάνῃ φουσκάκια (ἢ λοκμάδες) ἀπὸ πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Ἡ κυρα-Γαλάτσαινα δὲν ἐπρόφθανε νὰ φιλεύῃ ὅλον τὸν κόσμον φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκὸ καὶ μεγάλες σταφίδες ἀπὸ ραζακὶ σταφύλι. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτας ἤρχοντο δὶς καὶ τρίς, λέγοντες ὅτι ἡ πρώτη φορὰ ἦτο διὰ τὸν ἀρραβῶνα, ἡ δευτέρα διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ γαμβροῦ καὶ ἡ τρίτη διὰ τὰ «μβατίκια». Τὰ «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρῶς. Ἔρραναν τὸν γαμβρὸν μὲ κοφέτα καὶ μὲ ὀρύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, καὶ ὁ γερο-Λάζος, ὅστις ἐπρόσεχε πλέον εἰς τὰς χειρονομίας του, ἔκαμε τόσον κέφι, ὥστε μεταξὺ δύο τραγουδιῶν ἑκάστοτε δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζῃ:
δίσκος αυτός έλειπε τώρα απ’ εκεί. Εκ τούτου οδηγούμενος, εκοίταξεν επάνω εις το ράφι, και είδεν ότι έλειπαν απ’ εκεί αι πέντε ή έξ κούπες του γλυκού, οπού υπήρχαν το βράδυ.
 
― Ἂς φέξῃ!
Τότε ο μικρός έβαλεν αγρίαν κραυγήν, και ήρπασε τα δύο κλώνια ή τα άκρα του κεφαλόδεσμου της αδελφής του, προσπαθών να την
 
ξεμανδηλώσει.
 
— Ψεύτρα! γουρούνα! πήγαν να δέσουν τις πανδρειές.
 
Ο μικρός εφόρεσε το ένδυμά του, κι εζήτησε να φύγει. Ήθελε να υπάγει και αυτός εις την οικίαν του γαμβρού. Εν τη παραφορά του δεν εφοβείτο πλέον ούτε τους σκαλικαντζάρους, ούτε τα φαντάσματα.
 
Η αδελφή του κλαίει, φοβείται να μείνει μοναχή της. Ο μικρός δεν την ακούει, ανοίγει την θύραν, εξέρχεται. Εκείνη τρέχει κατόπιν του. Ε­κείνος γυρίζει.
 
— Άναψε μου το φανάρι, τώρα ευθύς, γιατί. . .
 
Και την εφοβέριζε με τον γρόνθον.
 
— Το φανάρι το επήρε η μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ’, πού θα πας; Τώρα, όπου να είναι θα ’ρθούνε πίσω.
 
Του έλεγε πολλά, αλλ’ εκείνος επέμενεν. Ίσως επί τέλους ο φόβος των σκαλικαντζάρων, θα τον έκαμνε να γυρίσει πίσω, αφού έκαμνεν ολίγα βήμα­τα εις τον δρόμον, αλλά την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, κάτω από τον εξώστην.
 
— Τι έχετε, θα πώ ; έλεγεν η φωνή.
 
— Θεια-Χρυσή, δεν ακούς ; είπεν η Μυρσούδα. Θέλει να πάει στις πανδρειές.
 
Η θεια-Χρυσή ήτο πτωχή και έρημη χήρα, κατοικούσα εις μικρόν θάλαμον, εις το ισόγειον της οικίας. Ήξευρε τα περί του αρραβώνος, και ηγάπα την κόρην και την μητέρα της. Ήτο δε μακρινή συγγενής του γαμβρού.
 
— Για να σου πω, παιδί μου Μυρσούδα, είπεν˙ ήρθε κανένας απ’ το σπίτι, του γαμβρού να σου πάρει τα σ’χαρίκια ;
 
— Όχι.
 
— Πώς ξέχασαν οι μουρλοί ! Για να σου πω, έχω εγώ ένα μικρό φα­ναράκι, τώρα το ανάφτω, και να πάμε μαζί με το Χρήστο, και να ’ρθω πίσω να σ’ πάρω τα σ’χαρίκια. Κλειδώσου μες στο σπίτι και μη φοβάσαι.
 
 
Έκρουσαν την θύραν της οικίας της Μπόναινας. Ο Χρήστος έγινε δεκτός, διότι αφού εδέθησαν πλέον οι αρραβώνες, ήτο πλέον αδιάφορον αν ήρχοντο και άλλοι, περιττοί η άρτιοι.
 
Έφίλησαν την θεια-Χρυσή, ήτις τους συνεχάρη πρώτη, και επανελθούσα μόνη μετ’ ολίγα λεπτά, επήρε τα συχαρίκια της Μυρσούδας, ήτις την
 
«ασήμωσεν», ήτοι της έδωκεν αργυρούν νόμισμα.
 
Η ημέρα του Αγίου Βασιλείου εωρτάσθη καλώς εις τας οικίας της μιας και της άλλης συμπεθέρας. Η Μυρσούδα δεν επρόφθανε να φτιάνει φουσκάκια (ή λοκμάδες) από πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Η κυρα-Γαλάτσαινα δεν επρόφθανε να φιλεύει όλον τον κόσμον φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκό και μεγάλες σταφίδες από ραζακί σταφύλι. Μερικοί από τους επισκέπτας ήρχοντο δις και τρις, λέγοντες ότι η πρώτη φορά ήτο δια τον αρραβώνα, η δευτέρα διά την εορτήν του γαμβρού και η τρίτη δια τα «μβατίκια».
 
Τα «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρώς. Έρραναν τον γαμβρόν με κοφέτα και με ορύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, και ο γερο-Λάζος, όστις επρόσεχε πλέον εις τας χειρονομίας του, έκαμε τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να φωνάζει:
 
— Ας φέξει!
 
[[Κατηγορία:Διηγήματα]]
19.010

επεξεργασίες