Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου/Ο ερχομός»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
(Νέα σελίδα: {{κεφαλίδα | τίτλος = ../ | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής = | ενότητα = Ο ερχομός...)
 
 
<div style="text-align:right;">
<poem>
''ΓιαΓιὰ μαςμᾶς ο δημόσιος δρόμος, ο κάβος,''
''τατὰ δάση, τατὰ βράχια. ΕίμαστεΕἴμαστε λαόςλαὸς απόἀπὸ''
''τυχοδιώχτεςτυχοδιῶχτες πουποὺ όλοὅλο περπατείπερπατεῖ. Σπίτια''
''καικαὶ τζάκια γιαγιὰ τουςτοὺς άλλουςἄλλους είναιεἶναι.''
[[w:Ερρίκος Ίψεν|ΙBSEN]] (''Brand'')
</poem>
 
<poem>
''Γύφτισσα τόνε βύζαξε, γιαγιὰ τούτοτοῦτο έχειἔχει φτερά.''
ΣΕΡΒΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
</poem>
 
<poem>
Τ’ αξεδιάλυταἀξεδιάλυτα σκοτάδια
τατὰ χαράζει μιαμιὰ λιγνήλιγνὴ λευκότη
νυχτοφέροντας καικαὶ αυτήαὐτή·
καικαὶ ήτανεἤτανε τουτοῦ νουνοῦ μου η πρώτη
χαραυγή.
 
*
 
ΚαιΚαὶ ήτανἦταν ώραὥρα μελιχρότατη˙
καικαὶ ήτανεἤτανε χυμένο ολόγυραὁλόγυρα
κάτι πιόπιὸ χαϊδευτικόχαϊδευτικὸ
κι απόἀπὸ τ’ αεράκιἀεράκι,
ότανὅταν έρχεταιἔρχεται γιομάτο απόἀπὸ τατὰ μπάλσαμα
πρωϊνάπρωϊνὰ τωντῶν ολοπράσινωνὁλοπράσινων πευκώνων,
κι απόἀπὸ τ’ αεράκιἀεράκι·
καικαὶ ήτανἦταν πέρα κάπου σεσὲ μιαμιὰ γηγῆ,
σεσὲ πηγήπηγὴ λαώνλαῶν καικαὶ χρόνων·
καικαὶ ήτανεἤτανε στηστὴ Θράκη.
 
ΚαιΚαὶ ήτανἦταν όπουὅπου κόσμοι αντίμαχοιἀντίμαχοι
μεμὲ τηντὴν ίδιανἴδιαν ερωτόπαθηἐρωτόπαθη μανία
ν’ αγκαλιάσουνεἀγκαλιάσουνε λαχτάριζαν
τηντὴν πανώρια Βοσπορίτισσα, τητὴ μία,
καικαὶ κατάλαμπρα ντυμένοι καταστάλαζαν
καικαὶ φιλούσανε τα χώματα
πουποὺ τατὰ πόδια της πατούσανπατοῦσαν·
σανσὰν ακρίδεςἀκρίδες πέφταν οιοἱ λαοί,
μέλισσες εκείἐκεῖ οιοἱ λαοί πετούσανπετοῦσαν.
ΚαιΚαὶ ήτανεἤτανε η πανώρια, δυόδυὸ γιαλώνγιαλῶν
αφροκάμωτηἀφροκάμωτη νεράιδα,
κι ήσουνἤσουν εσύἐσύ, Πόλη, ω Πόλη!
καικαὶ ήτανεἤτανε τηςτῆς γηςγῆς τοτὸ περιβόλι,
καικαὶ ήτανἦταν όπουὅπου σεσὲ μιαμιὰ δόξα
τωντῶν ΕθνώνεἘθνῶνε ταίριαζαν οιοἱ πόλοι,
καικαὶ ήτανἦταν όπουὅπου απόἀπὸ τατὰ πέρατα τουτοῦ κόσμου
Βάρβαροι δυσκολοταίριαστοι,
στηστὴ Ρωμαία τωντῶν Κωσταντίνων
πολεμούσανπολεμοῦσαν κάτω απόἀπὸ τοτὸ λάβαρο
τῶν Ἑλλήνων.
των Ελλήνων.
 
Κι απόἀπὸ μέσα απόἀπὸ τουςτοὺς όχτουςὄχτους τωντῶν Κατάστενων
ήτανἦταν όλοὅλο σασὰ νανὰ φύτρωναν
πολιτείεςπολιτεῖες απόἀπὸ πράσινο·
κι αναβρύζανἀναβρύζαν συντριβάνια απόἀπὸ βλαστάρια·
καικαὶ ήτανεἤτανε οιοἱ ανθοίἀνθοὶ σανσὰν ξωτικά,
καικαὶ ήτανἦταν ωςὡς νανὰ χύνονταν απόἀπὸ ψηλάψηλὰ
σεσὲ μαλαματένιες μέσα στέρνες
μιαμιὰ βροχή απόἀπὸ λυχνιτάρια.
Κι αντιχτύπαγεἀντιχτύπαγε κι ο ήλιοςἥλιος
απόἀπὸ τατὰ βουνάβουνὰ τατὰ Βιθυνιώτικα
σεσὲ ΜαγναύρεςΜαγναῦρες καικαὶ Βλαχέρνες,
καικαὶ τουτοῦ ήλιουἥλιου όλαὅλα τατὰ φέγγη εκείνεςἐκεῖνες φέγγοντας,
πρὸς τὰ ὕψη ἀψήφιστα τραβοῦσαν.
προς τα ύψη αψήφιστα τραβούσαν.
Κι απ’ἀπ’ τωντῶν κάστρων τιςτὶς Χρυσόπορτες,
κι απόἀπὸ τ’ άπαρταἄπαρτα ΕφταπύργιαἙφταπύργια
ώςὣς τηντὴν άκρηἄκρη σταστὰ σπαρτά σμαραγδονήσια,
λεγεώνεςλεγεῶνες τατὰ παλάτια
καικαὶ στρατοίστρατοὶ τατὰ μοναστήρια.
 
ΚαιΚαὶ ήτανἦταν ωςὡς νανὰ πλέκονταν
καικαὶ ήτανἦταν ωςὡς νανὰ λύνονταν
κάποιας μάισσας μάγια
αποπάνωἀποπάνω απόἀπὸ τουςτοὺς τρούλους κι απόἀπὸ τατὰ σαράγια·
καικαὶ λαμποκοπούσεςλαμποκοποῦσες, ω ψυχή μου,
μ’ όλουςὅλους τουςτοὺς ασάλευτουςἀσάλευτους σταυρούς
καικαὶ μαυρολογούσεςμαυρολογοῦσες, ω καρδιά μου,
μεμὲ τατὰ κυπαρίσσια.
 
ΣεΣὲ λευκάλευκὰ λιμάνια, ανάριαἀνάρια ανάριαἀνάρια,
αστραπόβολαἀστραπόβολα χελάντια πυργωτάπυργωτὰ
μεμὲ τατὰ ορθόπλωραὀρθόπλωρα χαλκόπλαστα λιοντάρια,
αργοσάλευταἀργοσάλευτα σταστὰ χέρια τωντῶν κυμάτων,
τί ὀνειρεύεστε; τί ἀράγματα νικῶν
τι ονειρεύεστε; τι αράγματα νικών
καικαὶ θανάτων;
 
Καὶ δὲν ἤτανε στρατοὶ
Και δεν ήτανε στρατοί
πολεμόχαρων αυτοκρατόρωναὐτοκρατόρων
κάτω απόἀπὸ τητὴ σκέπη τωντῶν αϊτώνἀϊτῶν
τωντῶν τροπαιοφόρων,
καικαὶ δενδὲν ήτανἦταν ούτεοὔτε στρατοκόποι
σταυροφόροι καβαλιέροι,
πουποὺ γοργόσπρωξε ώςὣς εκείἐκεῖ
κάποιο ξαφνισμένο αγέρι·
καὶ δὲν ἦταν ἁμηράδες
και δεν ήταν αμηράδες
πίσω σέρνοντας τ’ αράπικοἀράπικο
καικαὶ τοτὸ τούρκικο λογάρι,
καὶ δὲν ἤτανε τοῦ ὀλέθρου
και δεν ήτανε του ολέθρου
ξανθοπρόσωποι κουρσάροι·
δενδὲν τουςτοὺς φέρνανε οιοἱ αρμάδες
απόἀπὸ πάγους καικαὶ βοριάδες
ταυροσκυθικούς·
τουςτοὺς δειλούςδειλοὺς τραντάζοντας γιαλούς,
μεςμὲς τατὰ δρακοντόφαντα μονόξυλα,
δενδὲν τουςτοὺς φέρνανε οιοἱ αρμάδες!
 
Και ήταν σαν από μακρότατα,
Ανώνυμος χρήστης