Δεν παραπονούμαι
Συγγραφέας:


Γύναι, σ' ηγάπησα, ω ναι! σ' ηγάπησα μεγάλως·
Ησθάνθην την σπαράττουσαν του έρωτος μανίαν·
Την όψιν μου ηυλάκωσεν ο συνεχής σου σάλος,
Και έτι τα ναυάγια κρατώ εις την καρδίαν.

Γύναι, σ' ηγάπησα· αλλά γυνή κοινή δεν ήσο,
Και ήμην παις, συ ήθελες λύσσαν κ' εγώ γαλήνην·
Κ' ενώ προς την γαλήνην μου ψυχρώς παρεπονείσο,
Κατέστρεφες διά παντός την παιδικήν ειρήνην.

Α! γύναι! με ανήρπασες και πόθους και καρδίαν·
Του έρωτος εμάρανε το άνθος πριν βλαστήση
Η πυρετώδης σου πνοή· και ήδη ηρεμίαν
Αισθάνομαι θανάσιμον πριν η νεότης σβύση.

Εκ των ονείρων μου κανέν, κανέν δεν διαμένει,
Εκ των ελπίδων η πικρά τηρείται μνήμη μόνον·
Εμπρός μου ήδη φέρετρον ως σωτηρία χαίνει,
Οπίσω τάφος πρόωρος των νεκρών μου χρόνων.

Σ' ηγάπησα κ' ενόμιζον τον έρωτα ακόμη
Ως αρμονίαν ευτυχή δύο ψυχών ομοίων,
Κ' ενώ το χείλος σ' αγαπώ παράφρον εξεστόμει,
Εκ πόθων μυστηριωδών εμέθυον, αγίων.

Α! διατί το όνειρον διέλυσες εκείνο,
Το πρίσμα, δι' ού φαίνεται ο κόσμος πας αλλοίος,
Και ήδη έρημον παντού αγρίαν διακρίνω
Όπου κλαυθμός και θάνατος πλανώνται απαισίως;

Έρως, σημαίνει δάκρυα, σημαίνει βλασφημίαν,
Σημαίνει ίσως τον βωμόν, εφ' ού εν αγωνία
Ματαίως αναλίσκομεν την δυστυχή καρδίαν,
Και είναι πόνου στεναγμός και ωρυγή αγρία.

Έρως, ακόρεστε θεέ, α! φύγε, φύγε, έρως,
Σιγήν επιθανάτιον το βήμα σου θ' αφήση·
Η πτέρυξ σου η απαλή εις ό,τι ψαύση μέρος
Θα προξενήση και πληγήν, το αίμα θ' αναβλύση.

Ειπέ μοι, γύναι, αν ευρώ αγνήν ποτέ παρθένον,
Και με ζητήση έρωτα γαλήνιον κ' ελπίδα,
Και τη προσφέρω μέτωπον αώρως μαραμμένον,
Και τη προσφέρω κόλασιν δεινήν και καταιγίδα,

Τί να ειπώ; ότι εκεί πλησίον σου πλανάται
Η νεαρά καρδία μου και στόνους διαχέει;
Ότι ο έρως ο αγνός ετάφη και κοιμάται
Χωρίς καν εις τον τάφον του κυπάρισσος να κλαίει;

Εγώ να παραπονεθώ; προς τί; οπόταν βλέπω
Τους αγαπώντας τρυφερώς μακρόθεν να περώσιν:
- Άνευ εκείνης, σκέπτομαι, ενώ πορείαν τρέπω,
Θα ηδυνάμην ν' αγαπώ, ως ούτοι αγαπώσιν.