Βαβυλωνία/Πράξις τέταρτη

Βαβυλωνία
Συγγραφέας:
Πράξις τέταρτη


ΣΚΗΝΗ Α΄Επεξεργασία

(Η ερωμένη τον Κρητός συνωδευμένη με την γραίαν τροφόν της ζητεί εις το αστυνομικόν κατάστημα τον εραστήν της)
Γαρούφω και η Κανέλλα


ΓΑΡ. Αυτούνη είναι παιδάκι μου η Αστρονομίγια... Έμπα μέσα να ρωτήσουμε, μπα και τον έχουν' εδώ.

ΚΑΝ. Ωχ τρομάρα μου!... και πώς θα τόνε δγιω; (κλαίει)

ΓΑΡ. Βαστά την καρδιά σου, κόρη μου· μην κλαις

ΚΑΝ. Δεν ξέρεις πόσο λυπούμαι...

ΓΑΡ. Το ξέρω παιδάκι μου!... μα τι να κάμουμε τώρα...· απομονή. Σκούπισ' τα μάτγια σου, κι είναι ντροπής...

ΚΑΝ. Ποιος είναι ο Αστρονόμος;

ΓΑΡ. Νάτος· αυτούνος που σε τηράζει.

ΣΚΗΝΗ Β΄Επεξεργασία

(Η Κανέλλα ερωτά δια τον εραστήν της τον Αστυνόμον, αυτός δε την ζητεί δια να τον ερωτευθή)
Κανέλλα και ο Αστυνόμος


ΚΑΝ. (Προς τον Αστυνόμον) Κυρ Αστρονόμο μου, να ζης, πού τ' όχετε το Κρητικάκι;

ΑΣΤ. Ω διάολλε! παιδάκι μού τον έκαμε σαράντα χρονώνε άθρωπο;... Και τι τόνε θέλεις γιαμά;

ΚΑΝ. Να τόνε δγιω.

ΑΣΤ. Και τι τον έχεις;

ΚΑΝ. Ξάδερφο.

ΑΣΤ. (Καθ' εαυτόν) Όσο περνάει ο καιρός μια μια τσι εμαθαίνω... Απέ τσι παστρικές είν' και τούτη;...· μώρ' δε γλέπεις παρέντζα π' όχει ο διάολλος; Ναι, ναι...· θαρρώ μουρέ που γλέπω τη Βένερε τση Φιορέντσας... Μώρ' δεν κυττάς τα μάτγια τση, τα μπράτσα τση, το πέτο τση, ούλα τση;... μουρέ πάει να μου σαρτάρη το τσερβέλλο!... (Προς την Κανέλλαν) Κυρά μου, τί τονε θέλεις εκειόνε τον Κρητικό; δεν κάμεις μ' εμένα τ' αμόρ;

ΚΑΝ. Είσαι γέρος.

ΑΣΤ. Τριάντα χρόνους κλειώ τώρα τσι' αποκρές τ' άι Φιλίππου... Μπα και γλέπεις τσι' άσπρες μου τσι τρί χες και θαρρείς π' ούμαι γέρος;

ΚΑΝ. Ναι...· δε γλέπω 'γώ τις τρίχες σου που είναι βαμμένες.

ΑΣΤ. Είναι μαύρες ασολουταμέντε· κι εκειές τσι άσπρες που γλέπεις, οι πίκρες κι ο πόλεμος με τσι ασπρίσανε... Μα εγώ εκειές, ντζόγια μου, τσι κολορίρω.

ΚΑΝ. Ζιρτς... Εγώ με Λελέγκους δεν καταπιάνουμαι.

ΑΣΤ. Και τ' είν' αυτό το ζιρτς και το Λελέγκος;

ΚΑΝ. (γελώσα) Να, πώς τους λένε...· με Φράγκους.

ΑΣΤ. Ω ντζόγια μου! και πγιο καλοί είναι οι Κρητικοί απέ τσι Φράγκους γιαμά; Οι Φράγκοι είναι πγιο γαλαντόμοι απέ τσι άλλους...· μοναχά δος την παρόλα σου.

ΚΑΝ. Άιντε, ζιρτς...· δε ξέρω τι με λες... Άφσε με να δγιω τον ξάδερφο μου.

ΑΣΤ. Όμορφος ξάδερφος!...Κι αμά κόπγιασε ναν του κάμης το χερούργο.

ΣΚΗΝΗ Γ'Επεξεργασία

Ο Αστυνόμος μόνος


ΑΣΤ. (Καθ' εαυτόν) Μωρ' γλέπεις το διάολλο αμόρ π' όχει του Κρητικού; μωρ' γλέπεις τα δάκρυα πώς τρέχου νε αφ' τα μάττγια τση; Θα κάμω τούττο μίο ποσίμπιλε ναν την καταφέρω να με κάμη αμορόζο τση, γιατ' έχ' ο διάολλος σενσιμπιλιτά. Γλέπεις; γλέ πεις;...· μουρέ γεια σου κακόρικη!... Κι άμ' αν είν' ο διάολλος σενσίμπιλε ντι πρίμο γράδο...· θα τση πέσω κατόπι...· νον ζε κάζο.

ΣΚΗΝΗ Δ'Επεξεργασία

(Η Κανέλλα εισέρχεται εις τον κοιτώνα, όπου ο Κρητικός, και τον επισκέπτεται)
Κανέλλα, ο Κρης και η Γαρούφω


ΚΑΝ. (Προς την Γαρούφω) Μανούλα μου...· λιγάκι νερό, γιατί λιγώθηκα... (Προς τον Κρήτα) Ωχ μάτια μου...· έτσ' όλπιζα να σε δγιω;

ΚΡΗΣ Ό,τ' ήθελα δα να ξεμυστέψω τούτην την ώρα... και γιάντα δα ξανάζησα, ντεντίμ, πουρί που σε είδα τώρα.

ΓΑΡ. (προς τον Κρήτα) Τι κάμεις παιδάκι μου;

ΚΡΗΣ Δεν μπορώ κια ολιάς.

ΚΑΝ. (Προς την Γαρούφω) Μανούλα μου! δε φωνάζεις ένα γιατρό;

ΓΑΡ. Τώρα, παιδάκι μου, πάγω να φέρω το δικό μας το ντετόρε.

ΚΑΝ. Ωχ μανούλα μου! λιγώνουμαι!... (Προς τον Κρήτα) Πού σε πονεί αδερφούλι μου;

ΚΡΗΣ Εδά στη χέρα.

ΚΑΝ. Να δγιω. (παρατηρεί την πληγήν) Τίποτα, τίποτα· ξέσκουρα είσαι λαβωμένος...· μη φοβάσαι...· γλήγο ρα θα γειάνης.

ΚΡΗΣ Γιάντα δα, Θιος κι ο λόγος σου... Να ξεμυστέψω μιαν ώρα, και να σφάξω ένα κριό βαρβάτο κουρμπάνι.

ΚΑΝ. Ναι μάτια μου· πέντε κριάργια να σφάξης για τη ζωή σου.

ΓΑΡ. (Προς την Κανέλλαν) Να ο ντετόρος περνάει.

ΚΑΝ. Φώναξ' τον, μανούλα μου.

ΣΚΗΝΗ Ε'Επεξεργασία

(Η Γαρούφω φωνάζει από το παράθυρον ένα αμαθή ιατρόν)
Η Γαρούφω και ο Ιατρός


ΓΑΡ. Ξοχώτατε, ξοχώτατε...· ε ξοχώτατε...· ου...· ξοχώτατε...· Εδώ, εδώ απάνου, τήρα.

ΙΑΤΡ. Ποιος με φωνάζει;

ΓΑΡ. Εδώ, εδώ· στο παραθύρι κύττα.

ΙΑΤΡ. Τώρα, έφθασα.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'Επεξεργασία

(Ο αμαθής ιατρός επισκέπτεται τον Κρήτα)
Ιατρός, Κανέλλα, Κρης και Γαρούφω


ΙΑΤΡ. Ποιος είν' άρρωστος;

ΚΑΝ. Η αφεντιά του ξοχώτατέ μου. (κλαίει)

ΙΑΤΡ. Κουράγιο!...δεν έχει τίποτες...(πλησιάζει εις τον Κρητικόν και κρατεί τον σφυγμόν του) Έχεις κάψα;

ΚΡΗΣ Έχω μαθές.

ΙΑΤΡ. Σερβιτσάλι... Σε πονεί το κεφάλι;

ΚΡΗΣ Ναίσκε δα.

ΙΑΤΡ. Σερβιτσάλι... Σε πονεί η μέση;

ΚΡΗΣ Πονεί με κια ολιάς.

ΙΑΤΡ. Αβδέλλες.. .Σε πονεί το στήθος;

ΚΡΗΣ Πονεί με.

ΙΑΤΡ. Αβδέλλες...Σε πονούν τα κόκκαλα;

ΚΡΗΣ Πονούσι δα, ντεντίμ, κι εκείνα.

ΙΑΤΡ. Μισή ντουζίνα σερβιτσάλια...Σ' έρχεται να ξεράσης;

ΚΡΗΣ Έρχεται μου δα...

ΙΑΤΡ. (Διορίζει τα ιατρικά και τα θέτει επί της τραπέζης) Ντυοσκύαμο, πουρπούργια ντικιτάλις τεντούραμ κόρνουμ τσέρβερις, τζαλάπα, σέμεν σάντο· όλα χάπια εκατόν εξήντα, να τα πάρη σε δέκα δόσες... Πώς ακούς τα συκώτια σου;

ΚΡΗΣ Γιάντα δα κι αυτά πονούνε.

ΙΑΤΡ. Αίμας... (προς τον Κρήτα) Έχεις κομμάρες στα χέργια και στα πόδγια;

ΚΡΗΣ Έχω.

ΙΑΤΡ. Νυστάζεις;

ΚΡΗΣ Ναι.

ΙΑΤΡ. Χασμουργιέσαι;

ΚΡΗΣ. Ναι.

ΙΑΤΡ. Βήχεις;

ΚΡΗΣ Ναι, ναι, ναι.

ΙΑΤΡ. Έχεις σκοτούρα στο κεφάλι;

ΚΡΗΣ Έχω, έχω ντεντίμ, έχω... Κια ολιάς με πονούνε.

ΙΑΤΡ. (Διορίζει πάλιν και θέτει επί της τραπέζης ιατρικά) Κέρμεζ μινεράλε, ασαφέτιδα, γάλβαλο, σερπεντάρια, όπιο, άτσιτο σαλαμμονίακο, φλορ ντι σατούρνο... Όλα αυτά να βράσουνε σε δυο οκάδες νερό, και να πίνη από μισή κούπα στην ώρα... Το βράδυ μπάνια στα πόδια, και σιναπόσπορο κοπανισμένο με σκορδόφυλλα και με ζυμάρι... Τώρα τώρα ένα κατάπλασμα στη μέση του, κι ένα στην κοιλιά του από μολόχες και λαπατόρριζες, γουρουνόξυγκο και κοττόξυγκο. Αυτά είναι τα γιατρικά που θα του κάμετε γλήγορα, κι ως το βράδυ έρχουμαι και τόνε βεζετάρω πάλε... Ναι...· ξέχασα...· πενήντα αβδέλ λες στον πάτο, και εξήντα στο στήθος μια κοπανιά... Αυτά όλα να γενούνε, γιατί ο άρρωστος είναι κακά... Ναι...· και μια καλή φλεβοτομίγια από μισή οκά αίμας. Ε!... πολλά τα έτη σας. (υπάγει ν' αναχωρήση και επιστρέφει) Α ξέχασα...· και τρία φισικατόρια, ένα στο λαιμό, ένα στη ράχη, κι ένα στην κορφή του.

ΚΑΝ. Και τ' είν' η αρρώστεια του, ντοτόρο μου;

ΙΑΤΡ. Έναι γάστρικα, περιπλεμονίγια, φέμπρε μαλίνια, πούντριτα, νεβρόζα, και σκαραντσίγια... Έχετε γεια... (υπάγει ολίγον, και επιστρέφει) Α...· αλησμόνη σα...· έχετε καμμιά ρακιά;

ΓΑΡ. Έχουμε ντοτόρο μου. (εβγάζει από την τσέπη της μίαν μποτιλίτσαν με ρακή και τω δίδει). Ορίστε ντοτόρο μου.

ΙΑΤΡ. Εις υγείαν· περαστικά· (προς τον Κρήτα) περαστικά σου... (πίνει ολίγην) Ναι...· αν ιδρώση, αλλάξετέ του ένα δυο πουκάμισα...· τα σερβιτσάλια ν' άναι γερά... Εις υγείαν. (πίνει ακόμη ολίγην). Αν ιδήτε και παραλαλεί την νύχτα, να με φωνάξετε· κι αν τ' ούρχουνται σπασμοί έναι καλό σημάδι, γιατί τα γιατρι κά μου είναι αθάνατα... Εις υγείαν... (αποπίνει το όλον) Ναι· να μην του δώκετε να φάγη τίποτα...· διάτα...· νηστείγια...· αν γυρέψη φαγί, δόστε του ολίγο ζουμί από κρεμμύδια καλά βρασμένα και σου­ρωμένα, με ζάχαρη ή με οξύμελι... Οι αβδέλλες να τρέξουνε ως το πουρνό· να βράστε κουκιά, να τα κάμετε φάβα, να πλακώστε τις αβδέλλες, για να τρέξη αίμας... Όλα αυτά να γενούνε απόψε, και πάλε έρχουμαι... Έχετε γεια...

ΚΑΝ. και ΓΑΡ. Στο καλό...· ζωή ν' άχης ντετόρο μου... να ζήσης να σ' έχουμε.

ΙΑΤΡ. Χαιράμενες ...· έχετε γεια.

ΚΑΝ. και ΓΑΡ. Στο καλό ντετόρο, στο καλό... (αναχωρεί).

ΣΚΗΝΗ Ζ'Επεξεργασία

Κανέλλα και η Γαρούφω


ΚΑΝ. Γυιέ μου, τι καλός ντετόρος· τι χρυσός ντετόρος!!!

ΓΑΡ. Καλός είναι, στοχιά του, μα είναι κομμάτι πολυλογάς, και το τσούζει κιόλας... Στοχιά του...· στάλα ρακάκι δεν άφηκε στη μποτέλια· όλο το σβούριξε. (προς την Κανέλλαν) Θυμάσαι τίποτες απ' εκείνα που είπε; γιατί εγώ απ' τη σκοτούρα μου τίποτα δε θυμούμαι.

ΚΑΝ. Τις αβδέλλες, τα σερβιτσάλια και τη φάβα θυμούμαι... Τ' άλλα τα είπε φράγκικα και περί γραμμάτου, που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

ΓΑΡ. Αμ' τα βιζιγάντια;

ΚΑΝ. Καλά λες...· και κείνα... Να τον φωνάξουμε ν' άρτη πίσου.

ΓΑΡ. Εκείνος πάησε τώρα.

ΚΑΝ. (Τρέχει και παρατηρεί από το παράθυρον) Όχι· κάτου στέκεται και μιλάει.

ΓΑΡ. Φώναξ' τόνε.

ΚΑΝ. Όχι...· φώναξ' τόνε συ, γιατί εγώ ντρέπουμαι.

ΓΑΡ. (Φωνάζει πάλιν τον Ιατρόν) Ξοχώτατε· άι ξοχώτατε· ου ξοχώτατε, δεν ακούς; Ου...· ντετόρο, κόπγιασ' απάνου.

ΣΚΗΝΗ Η'Επεξεργασία

Ο Ιατρός μόνος


ΙΑΤΡ. (Καθ' εαυτόν) Κακή δουλειά τρέχει...· ο άρρωστος θ' άναι κακά που με φωνάζουνε... Μα τι διάβολο... όλες οι αρρώστγιες σ' αυτόνε μαζωχτήκανε; Ας είναι δα...· ας ανέβω πγια να σφίξω ακόμη κανένα ρακάκι, να δγιούμε και ποιος θα μας πλερώση... Το λίγο λίγο καμμιά σαρανταργιά ταλλαράκια τα χτυπού με...· ο άρρωστος φυσάει...· κι η γυναίκα γλέπω κι έχει ένα σταυρό διαμαντένιο,κι ένα δαχτυλίδι... Αν μπορούσα να της τα χτυπήσω κι εκείνα, καλά θα πάγη η δουλειά μου... Κρέσε τα σερβιτσάλια και τα γιατρικά ώσπου να τον ρίξω καλά κάτου, για να τραβήξη μάκρος η δουλειά, να χτυπήσω τα τάλλαρα και τα μαντζαφλάργια της γυναίκας, κι έννοια μου... Έτσι θέλουνε τούτοι οι κογιόνοι...· που (δεν) ξέρουνε τι τους γένεται... Ως τόσο κουτσά στραβά ας ανέβω... (αναβαίνει)

ΣΚΗΝΗ Θ'Επεξεργασία

(Ο Ιατρός εισέρχεται εις δευτέραν επίσκεψιν τον Κρητικού)
Ιατρός, Κανέλλα, και η Γαρούφω


ΙΑΤΡ. Τι πάθετε; ώραν καλή σας.

ΚΑΝ. Καλό ν' άχης ντετόρο μου· ξεχάσαμε εμείς...· δε θυμούμαστε μόνε τα σερβιτσάλια, τη φάβα, τις αβδέλλες... (προς την Γαρούφω) Και τί άλλο;

ΓΑΡ. Και τα βιζγάντια.

ΚΑΝ. Ναι και τα βιζγάντια...· Θιος σχωρέσαι.

ΙΑΤΡ. Αμέ τ' άλλα; (καθ' εαυτόν) Ω κακό που μ' ούρτε... μηγάρις θυμούμαι κι εγώ τίποτα απ' ό,τι τους είπα;...· μόνε ας καμωθώ... (προς την Κανέλλαν) Καλέ τα γιατρικά που σας έδωσα στα χαρτιά...·άι...· τι άλλο; τα σιναπίσματα, μπάνιο στα ποδάρια, φλεβοτομίγια, κι εκείνα που είπετε... Μην τα χασομεράτε, γιατί δεν τόνε γλέπω καλά τον άρρωστο... (κυττάζων τον σφυγμόν τον Κρητικού) Φωνάξτε ένα μπαρμπέρη...· δόμτε κι ένα ρακί...

ΓΑΡ. (Καθ' εαυτήν) Δε σ' το δίνω πγια με τη μποτέλια... με το ποτηράκι θα σ' το δώκω. (Προς τον Ιατρόν) Ορίστε ντετόρο. (τω δίδει εν ποτήριον μικρόν με ρακήν).

ΙΑΤΡ. Εις υγείαν...· χαιράμενες...· περαστικά... (πίνει όλην την ρακήν) Το ποτήρι σας πολύ μικρό.

ΚΑΝ. Να σας βάλουμε άλλο ένα;

ΙΑΤΡ. Όχι, σώνει πγια, γιατί μεθώ, κι έχω βέζιτες... Έχετε γεια... (αναχωρεί).

ΓΑΡ. (Καθ' εαυτήν) Δόξα σ' ο Θιός κι η μάνα του... Κόντεψε να πάγη κι ετούτ' η μποτελίτσα... ήθελε να τη στροφιάξη κι αυτούνη...

ΣΚΗΝΗ Ι'Επεξεργασία

(Ενώ εξέρχεται ο Ιατρός, εισέρχεται ο Αστυνόμος, επιπλήττει αυτόν ως αμαθή, και τον αποβάλλει)
Αστυνόμος και ο Ιατρός


ΑΣΤ. Στην πίστι σου, μουρέ σορ ντοτόρο, πού σπούδαξες τη γιατροσύνη, και λες τη λαβωματγιά πως είναι πούτριντα, και διαόλλοι;

ΙΑΤΡ. Φούτρε...· εγώ είμαι ο περίφημος Ιατρός, χερούργος, μάμος, και σπετσέρης ντετόρ Τζαλάπας, που ήμουνα σε τόσους πασάδες, και τώρα ήρτα απέ τον υψηλότατο Βελιγιουνάμ πασά της Ανάπας.

ΑΣΤ. Μουρέ, φωτιά να σε κάψη, διαόλλου τσαρλατάνο... Δε σε ρωτώ γιαμά πού έκαμνες τη γιατροσύνη; σε ρωτώ πού στουντιάρησες την πιστήμη τση.

ΙΑΤΡ. Εγώ, φούτρε, εδιάβασα τη στορία του Ρομπισόν, εδιάβασα τους Αφορεσμούς του Σωκράτη, την Παθιακολογίγια τ' Αριστοτέλη, κογιόν!... την Οστρακολογίγα, την Ανατομίγια, κι ύστερα ύστερα και τη Βοτανολογίγια του Τισσότη...(καθ' εαυτόν) Ανάθεμα κι αν τα είδα...· όλα ακουστά τ' άχω.

ΑΣΤ. Μουρέ, εγώ δε σε ρωτώ α δγιάβασες ούλες τσι φυλλάδες του Μπερτόδολου και του Ρολίνου, και του Κακά Σένα· σε ρωτώ, μουρέ, αν έχης ντιπλώμα σε περγάμηνο.

ΙΑΤΡ. Επήγα και στον αγά της Πέργαμος.

ΑΣΤ. Όρσε, διάολλε, ένα φάσκελλο μέσ' τσι αγάδες σου... Μουρέ, έχεις ντιπλώμα τση Ακαντέμιας;

ΙΑΤΡ. Έχω βέβγια... (παρουσιάζει εν χαρτί της θηριακής) Να η πατέντα μου... (καθ' εαυτόν) Ω με τούτηνε εγελούσα μια φορά τους Τούρκους, κι έπαιρνα τα φλουράκια τους!

ΑΣΤ. (Παρατηρεί το χαρτί) Ω διάολλε!... Τούτο είναι γιαμά χαρτί τση τεργιάκας τση Βενέτικης... Να! έχει και το Σαν Μάρκο στην απάνου μερία... Όρσε κι άλλο φάσκελλο μέσ' στην πατέντα σου, διαόλλου τσαρλατάνο... Άμε καλλιά σου... (προς τας γυναίκας) Φέρτε γιαμά εκειές τσι μποτσούλες με τα γιατρικά, κι εκειούς τσι μπουσούλους, και τα χαρτία, να τα χύσω γιαμά μέσ' στη χρεία.

ΙΑΤΡ. Πλέρωσε με τα πρώτα, δος μου και τις κούρες μου, κι ό,τι θέλεις κάμε τα υστερνά.

ΑΣΤ. Θέλεις και παγαμέντο, διάολλε; Άμε καλλιά σου.

ΙΑΤΡ. Δεν πηγαίνω... Πλέρωσέ με... Θέλω πενήντα τάλλαρα πετσεδούρα.

ΑΣΤ. Όρσε πενήντα φάσκελλα!... Άμε καλλιά σου, διάολλε...

(προς τους στρατιώτας) Βγάρτε τόνε όξου τον τσαρλατάνο.

ΙΑΤΡ. Θα δώκω αναφορά.

ΑΣΤ. Στο διάολλο... (τον αποβάλλει).

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'Επεξεργασία

Αστυνόμος και αι γυναίκες


ΑΣΤ. Μουρ' γλέπετε το γιατρό σας;... Ποιός τόνε φούγιαξε κι ήρτε;

ΓΑΡ. Εμείς τον εφωνάξαμε.

ΑΣΤ. Όμορφο διάολλο φουγιάξετε!... Μην πα και κάμτε τίποτσι γιατρικά απ' εκειά που σας ορντινάρησε εκειός ο τσαρλατάνος...· μοναχά βάλτε του κομμά τι ξυδόλαδο στην πληγή του, και του περνά· γιατί δεν έχει τίποτσι...· τ' άλλα ούλα είναι αφ' το σπαβέντο τση πιστόλας· κι ως το πουρνό θ' άναι καλά περφεταμέντε... Κάμτε αυτό που σας είπα, κι άμετε κι εσείς καλλιά σας, γιατ' έχουμε τσι άλλες μας τσι εζάμινες.