Βαβυλωνία/Πράξις δευτέρα

Βαβυλωνία
Συγγραφέας:
Πράξις δευτέρα


ΣΚΗΝΗ Α΄Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος, συνωδευμένος μετά των στρατιωτών, εισέρχεται και εξετάζει).
Αστυνόμος, Ξενοδόχος, Κρης


ΑΣΤ. Φέρμα γιαμά...· μη φυγή κανείς...· είστε ούλοι α ντιλίτο κριμινάλε. (προς τους στρατιώτας) Μουρέ Γεράσιμε, Αντζουλή, Διονύσιο!!!...· βάλτε τσι ούλους ετούτους α πάρτε να τσι εζαμινάρω σεπαραταμέντε· (προς τον Ξενοδόχο) Πού είναι γιαμά εκειός ο λαβωμένος;

ΞΕΝ. (Τρέμων) Ορίστε εδώ... (δεικνύει τον Κρήτα)

ΑΣΤ. (Εξετάζει τον Κρήτα) Πινομή σου, μουρέ;

ΚΡΗΣ Ω πονεί με· ναίσκε, ντεντίμ, πονεί με.

ΑΣΤ. Πινομή σου, μουρέ; τ' όνομα σου διάολλε;

ΚΡΗΣ Μανόλιας Δασκαλάκης.

ΑΣΤ. Και πού 'θε είσαι γιαμά

ΚΡΗΣ Απέ τη Γκίσσαμο.

ΑΣΤ. Και πού στο διάολλο είναι αυτό το Κίσαμμο;

ΚΡΗΣ Επά δα... · στην Κρήτη.

ΑΣΤ. Και δε λες π' ούσαι Κρητικός, ν' άμπ' ο διάολλος μέσα σου; και ποιος μουρέ, ποιος σε χτύπησε;

ΚΡΗΣ Ένας Λιάπης.

ΑΣΤ. Και π' ούν' εκειός ο Λιάπης;

ΚΡΗΣ Δεν τον κατέχω το σκυλάπιστο, πούρησε.

ΑΣΤ. Και πού, μουρέ, πού σε βάρεσε;

ΚΡΗΣ Στη χέρα ντεντίμ· ω...· φέρτε μου δα τον ξαγορευτή να με ξαγορέψη να ξεμυστέψω.

ΑΣΤ. Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;

ΚΡΗΣ Δεν κατέχω φράγκικα.

ΑΣΤ. Μουρέ, α κάζο πενσάτο;

ΚΡΗΣ Είπα σου το, δεν κατέχω ντα μου λες, Θιός...

ΣΚΗΝΗ Β΄Επεξεργασία

Ο Αστυνόμος καθ' εαυτόν


ΑΣΤ. Λ' αφάρ ζε σέριο, και δεν μπορώ να τσι εζαμινάρω εζαταμέντε... Μα τάντο μπάστα...· τσι έβανα όλους α πάρτε, και θα κάμω τσι εζάμινες σεριαμέντε, ώσπου ν' αύρω την γκάουζα, και να μάθω καλά, αν είναι κάζο πενσάτο, επόι να τσι ακουζάρω στη Διοίκησι, και να κάμω τα άττα μου κόμε σι ντέβε, κατά πώς μου μεριτάρει στο οφφίτσιό μου... Και δεν μπορώ να κάμ' αλλιώς γιατί θα δισπρετζάρω το ονόρε μου. (προβαίνει εμπρός)

ΣΚΗΝΗ Γ'Επεξεργασία

Ο Αστυνόμος, ο Ανατολίτης και οι στρατιώται


ΑΣΤ. Π' ούναι, μουρέ, εκειός ο Λιάπης;

ΑΝΑΤ. Λάπη ποιο είναι; σακίν Λάπη Αρβανίτη είναι; εκείνο υρεύεις; Πάει...· χου...· π' ούντο τώρα Αρβανίτη;... αν το πιάσης...

ΑΣΤ. (Προς τον Ανατολίτην) Έλα δω εσύ γιαμά...

ΑΝΑΤ. Ιστέ, ήρτα...· τι τέλεις εμένα;

ΑΣΤ. Πινομή σου;

ΑΝΑΤ. Τι τα πη πινομή σου;

ΑΣΤ. Τ' όνομα σου, μουρέ;

ΑΝΑΤ. Α... όνομα μου; όνομα μου, Χατζή Σάββα, ντούλο σας.

ΑΣΤ. Η πατρίδα σου;

ΑΝΑΤ. Πατέρα μου; πατέρα μου Χατζή Μουράτη λέανε...· εκείνο πετάνε, τι το τελείς τώρα;

ΑΣΤ. Οχι, μουρέ, ο τόπος σου.

ΑΝΑΤ. Α, βιλαέτι μου; βιλαέτι μου Καΐσερλη είναι.

ΑΣΤ. Και π' ούν' αυτό το Καΐσερλη;

ΑΝΑΤ. Άι Βασίλη τόπο είναι, Γκαισαρείας, Γκαπαπντοκίας. Ντε ξέρεις εσύ;

ΑΣΤ. Κι είσαι γιαμά απ' τ' Άι Βασιλειού τον τόπο; για δ' αύτο είσαι και χαντζής...· ν' άμπ' ο διάολος μεσ' στην καβούκα σου... Και πες μου μουρέ εσύ, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;

ΑΝΑΤ. Να, ιστέ, τρώγανε, πίνανε...· Αρβανίτη μέτυσε φορτώτηκε Κηρτικό...· Κηρτικό είπε αρβανίτη (ντρέπουμε να πω, τιμή στα μούτσουνά σου) κουράδια είπε. Αρβανίτη είπε, να φας εσύ· σάνκιμ, Κηρτικό να φάη, κατάλαβες;... Κουράδια μουράδια λέοντας, καυγκαλαστίσανε....· καυγκαλαστίσανε, Αρβανίτη τράβηξε πιστόλα, μάνι-μάνι έσφιξε Κηρτικό απάνου, γιαραλάντισε κομματάκι χέρι του...· ούλο ούλο καυγκά ιστέ, αυτό είναι....

ΑΣΤ. Να με πάρουν οι διαόλλοι κι αν κατάλαβα τίποτσι... · (προς τον Ανατολίτην) Και πώς, μουρέ, και πώς; μπα κι ήτανε α κάζο πενσάτο;

ΑΝΑΤ. Αρτίκ πινσάτο-μινσάτο, εγώ ντε ξέρω· Αρβανίτη χτύπησε Κηρτικό, βέσσελαμ.

ΑΣΤ. (Με θυμόν) Και μίλλειε, μουρέ, ρωμαίκα, παλιότουρκα!!!

ΑΝΑΤ. Ει....· εσύ γιατί μιλάς φιράγκικα για; σάντο μάντο, φόρτο φούρτο; ιξέρω εγώ φιράγκικα; εγώ ρωμαίικα λέω, ντεν καταλαβαίνεις, εγώ φιράγκικα ντε ξέρω, πώς να γένη για; τι να γένη, α τζάνουμ...· εσύ εύρε το κολάι του πγια, να καταλάβης...· εγώ σάστισα κι απόμεινα... Αλλο τίποτα εγώ ντε ξέρω.

ΑΣΤ. Πες μου, μουρέ, καλά την εζάμινά σου, γιατί κακόρικε, θα πας α ρέστο.

ΑΝΑΤ. Αν μπορής, κατάλαβε τώρα. (Προς τον Αστυνόμον) Άνταμ...· εγώ σε είπα...· ζάμινα μάμινα, ρέστο μέστο, φόρτο φούρτο, σάντο μάντο, κουκούτσι, ντεν καταλαβαί νω τι τα πή... Ούλο ούλο καυγκά τι ήτανε, είπα...· πάει λέοντας...· άκουσες τώρα; ιστέ, ρωμαίκα το είπα αρτίκ, και τώρα ντεν κατάλαβες; ποτέ σου ντε τα καταλάβης...

ΑΣΤ. (Με θυμόν) Α ρέστο κανάγια, α ρέστο...(προς τους στρατιώτας) Πάρτε τον αυτόνε α ρέστο...

ΑΝΑΤ. Ιστέκα να ντγιούμε...· τι τα πη α ρέστο;

ΑΣΤ. Στη φυλακή θα πας.

ΑΝΑΤ. Χάψι;

ΣΤΡ. Ναι.

ΑΝΑΤ. Έι, ύστερα; εγώ τι έκαμα, άνταμ, να πάγω χάψι; εγώ ντεν χτύπησα Κηρτικό, εγώ πιστόλα μιστόλα ντεν έχω, εγώ ντουλειά μου κύτταζα, τσουμπούσι έκα μνα...· να, πγιάσε Αρβανίτη, κρέμασ' το μπιλέμ όχι βάνεις εμένα χάψι...· ταμάμ...

ΑΣΤ. Εσύ θα πας α ρέστο, γιαγουρτοβαφτισμένε, παλιό-τουρκα.

ΑΝΑΤ. Ταμάμ Αστρονόμο...· άφεριμ...· βρίζει κιόλας... Εγώ Τούρκο ντεν είμαι· χριστιανό ορτόντοξο είμαι...· χατζή άντρωπο είμαι· ιψέματα ποτές μου ντε λέω...· χιτς ποτές άντρωπο βαφτίζουνε με γιογούρτι; τόσω χρονώ γένηκα, ακόμα ντεν άκουσα που βαφτίζουνε με γιογούρτι...· Άιντε να ντγιούμε τι τα πης ακόμα...· αγάλια, αγάλια τα πης αύριο με μποζά βαφτίζουνε...·

ΑΣΤ. (Με θυμόν). Α ρέστο, α ρέστο...

ΣΤΡ. (τον παίρνουν).

ΣΚΗΝΗ Δ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Λογιώτατον)
Αστυνόμος, Λογιώτατος, Γραμματεύς της Αστυνομίας, στρατιώται


ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Φέρτε μου, μουρέ, εκειόνε με την σκούφια... (τον φέρνουν προς τον Λογιώτατον) Πινομή σου;

ΛΟΓ. Επώνυμον μεν φέρω Κωνωπίδης, κέκλημαι δε Κλειτομένης.

ΑΣΤ. Όρσε ονόματα...· και πού να θυμάται κανείς, καλό τυχε, τέτγοια ονόματα που βγάλανε τώρα... (Προςτον Λογιώτατο) Και πούθε είσαι γιαμά;

ΛΟΓ. Κώος.

ΑΣΤ. Και πού στο διάβολο είν' αυτό το Κώος;

ΛΟΓ. Το τουρκιστί Στάνκιοϊ λεγόμενον.

ΑΣΤ. Και πες δα π' ούσ' απέ την Κω, ξαφνικό να σ' ούρθη...· και τι τέχνη κάμεις;

ΛΟΓ. Τέχνην μεν ουδαμώς· επιστήμων δε μάλα.

ΑΣΤ. Ας είν' κι επιστήμη· μπα κι είσαι γιατρός;

ΛΟΓ. Ούμενουν, αλλά ρήτωρ, Λογικός, Γραμματικός, Μαθηματικός, και τα λοιπά και τα λοιπά...

ΑΣΤ. Μαρ' μπα κι είσαι Λογιώτατος;

ΛΟΓ. Ναι μην....· και εκ των ως επί το πολύ λεγομένων ενδοξοτέρων λογίων.

ΑΣΤ. Μουρέ γεια σου Λογιώτατε!!! Και πες μου δα γιαμά, εσύ που ξέρεις τσι ελληνικούρες, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;

ΛΟΓ. Ουχ εκών μεν, είπω δε...Ετύγχαναν τήμερον πεινών την εσχάτην πείναν και δη έδοξέ μοι πορευθήναι εν τω εδωδιμολεσχοοικητηρίω και κορεσθήναι... Απελθών ουν, εύρον και συνδαιτυμόνας πλείστους αυτόθι συνευωχουμένους...· και δη τοίνυν έδοξεν αυτοίς, την εφημερίδα αναγνούσιν, ευθυμητέον είναι την της Ελλάδος παλιγγενεσΐαν... Τοιγαρούν εσθιόντων, πινόντων, αδόντων, υμνούντων και ορχουμενο-ευφραινομένων...

ΓΡΑΜ. Επύκνωσες, Λογιώτατε, την ατμοσφαίραν από γενικάς απολύτους.

ΛΟΓ. Άφνω ο Αλβανός μετά του Κρητός εμαχεσάτην.

ΓΡΑΜ. Να δα κι ένας δυϊκός αριθμός!!!

ΑΣΤ. Να, ν' άμπ' ο διάολλος μέσ' στσι ελληνικούρες σου, παλιολογιώτατε... ανάθεμα κι αν κατάλαβα τι μου λες, μα την πίστι μου... (προς τον Γραμματέα) Γράφε τα εσύ, μουρέ, καλά ετούτα ούλα που λέγει, κακόρικε, (;) γιατί θα τα στείλουμε στην Ακαντέμια τση Μπάντοβας να μας τα ξηγήσουνε οι προφεσσόροι, μα τσ' άγιους Πάντες... (προς τον Λογιώτατον) Και λέγε δα, λέγε, συφορά στην καλλαμάρα σου.

ΛΟΓ. Και δη ο μεν Κρης τους οίας, κουράδια καλών, ο δ' Αλβανός τούμπαλιν το σκωρ ενενόει, αναστάς ο Αλβανός κάκτανε τον Κρήτα.

ΓΡΑΜ. Εσολοίκισες.

ΛΟΓ. (Προς τον Γραμματέα) Τι δη καινόν ή ξένον είγε σεσολοίκηκα; και γαρ και Δημοσθένης, άλλοι τε πολλοί ξυγγραφείς εστίν ότε τω σολοικισμώ χρώνται ευφρα δείας χάριν.

ΑΣΤ. (Προς τον Γραμματέα) Κι άφ' τόνε το χριστιανό να πη γιαμά την εζάμινά του... Λέγε συφορέλλια σου, λέγε.

ΛΟΓ. Και δη, σου μεν εξετάζοντος μαθείν την αλήθειαν, εγώ σοι ταύτα πάντα αληθώς φράζω, ίνα ποίησης ο βούλεσαι.

ΓΡΑΜ. Εβαρβάρισες.

ΑΣΤ. Και δεν κατάλαβες αν ήτανε κάζο πενσάτο;

ΛΟΓ. Ουκ οίδα την των Ιταλών διάλεκτον... · τούτο δη μόνον γινώσκω, ότι η λέξις κουράδια παράγεται εκ του κείρω, καρώ, κέκαρκα, κέκαρμαι ο μέσος παρακείμενος· γίνεται καρμάδιον, και τροπή του α εις ε ψιλόν, γίνεται κερμάδιον προσθέσει δε του ιώτα, κειρμάδιαν, και αφαιρέσει του μ, κειράδιον, τροπή δε του ε εις ο και του ι εις υ ψιλόν, γίνεται κουράδιον, δι' ου οι Κρήτες καλούσι τα πρόβατα, ή τας αγέλας, εκ του κείρεσθαι αυτά παρα γομένης της λέξεως... Και δη έγνως νυνί;

ΑΣΤ. Μουρ' εγώ δε σ' αρωτώ τη Γραμμάτικα, και με λες τσι αόριστους, τσι περσυντέλικους, και ούλα τα τέμπα...· ω συφορά μου! σ' αρωτώ να με πης, αν ήτανε κάζο πενσά το ο λαβωμός του Κρητικού...· ορίστε τώρα· τι να βγάλω απέ τούτην την εζάμινα; μηδέ το έψιλό σου κατάλαβα, μηδέ το ύψιλό σου. (προς τον χορόν) Αυτός μάτια μου, είν' απ' εκειούς τσι λογιωτάτους που ξηγούνε τσι μηναίοι και τσι ψαρμοί του Δαβί, κι οπού ξέρουνε ποτές είναι τση άγιας Άγκατας, και τ' άι Κούκου, και δεν γλέπεις άλλο σε δ' αύτους, μόνε μια καλλαμάρα σαν πιθάρι, και μια πένα σαν ντούμπανο. Και τ' είν' αυτός; Λογιώτατος...· ω ντζόγια μου!!! γιατί ξέρει γιαμά να ξηγάη τσι συναξαριστάδες...· ναι, ναι, στη μπίστι μου δε σας μπαρτζολετάρω. (προς τον Λογιώτατον) Και πες μου δα, που να κάτσουν ούλοι οι διαόλλοι στη σκούφγια σου...· ήτανε κάζο πενσάτο; (ευθύς προς τον Γραμματέα) Ξηγά το συ, μουρέ διάολλε, ρωμαίκα (;) να το καταλάβη...

ΓΡΑΜ. Εκ προμελέτης.

ΑΣΤ. Κι άμα για να ξέρη κανείς ετούτες ούλες τσι λέξες, πρέ πει να έχη εκειό το μεγάλο βοκαβολλάριο τση Κρούσκας, οπού είναι σα μια κασσέλλα, και να προβατή μέσ' τσι πιάτσες τση Ελλάδας, ν' άχη κι ένα βαστάζο κοντά, για να ξηγάη ούλα ετούτα τα τέρμινα... (προς τον Λογιώτατον) Εκατάλαβες τώρα, μουρέ διαόλλου σκολλάρο, τι θα πη κάζο πενσάτο;

ΛΟΓ. Νυν έγνων εξεικασάμενος εκ της λέξεως το πράγ μα...· και δη σε πληροφορώ ότι ουκ ην εκ προμελέ της το δράμα, αιφνίδιον δε μάλλον, και πείσθητι τοις εμοίς λόγοις.

ΑΣΤ. Α ρέστο και συ, μπιρμπάντε, που μας εσεκάρισες με τσι μετοχές σου, και με τα απαρέμφατά σου... (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε μουρέ, κι αυτόνε α ρέστο.

ΣΤΡ. (τον παίρνουν.)

ΣΚΗΝΗ Ε'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος, καθ' εαυτόν)


ΑΣΤ. Μουδ' αφ' τον παλιότουρκα εκειόνε, μουδ' αφ' το σκολλάρο τούτονε με τσι ελληνικούρες του μπόρεσα να εζαμινάρω τίποτσι...· μα απ' εκειόνε το Μουραΐτη, κάτι θα βγάλω, γιατ' είναι φτακαθαρισμένος, και θέλ' απείκασε, νον ζε δούπιο, αν ήτανε το χτύπημα κάζο πενσάτο... Μα πρέπει να 'ναι ασολουταμέντε...· νον ζε κάζο.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Πελοποννήσιον)
Αστυνόμος, Πελοποννήσιος, Γραμματεύς, στρατιώται


ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Φέρτε, μουρέ, εκειόνε το Μουραΐτη... (τον φέρνουν· προς τον Πελοποννήσιον) Πινομή σου;

ΠΕΛ. Πούλος Πουλόπουλος.

ΑΣΤ. Και πούθε είσαι γιαμά;

ΠΕΛ. Απ' την Πελοπόννησος.

ΑΣΤ. Και πες δα κακόρικε π' ούσαι απέ το Μουρία... Και τι τέχνη κάμεις;

ΠΕΛ. Έμπορος.

ΑΣΤ. Και τι θα πη, μουρέ, έμπορος;

ΠΕΛ. Πραματευτής.

ΑΣΤ. Όρσε κ' εσύ διάολλε...· έμαθες και συ τσι ελληνικούρες.

ΠΕΛ. Τήρα δω, κυρ Αστρονόμο, είμαι Έλληνας, ακούς με, και πρέπει να μιλώ με μάθησις.

ΑΣΤ. Και πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;

ΠΕΛ. Να σ' ορίσω, κυρ Αστρονόμο μου, δε ξέρω, εγώ έφερα να πουλήσω καμπόσα λαγοτόμαρα, καμπόσ' αλούπια, τυριά, βούτυρα, και τραχανά· είχα στείλει και τον παραγυιό μου με κάμποσες γίδες στέρφες π' ούχα στην παλιόστανή μου, και τα πούλησα όλα, κι έκαμνα το λογαρισμό μου... Σα με τσούκλωσε η πείνα, ήρθα να την τυλώσω στη λοκάντα, ηύρα και την αφεντιά τους εδώ, κι είπαμε να κάμουμ' ένα γλέ ντι...· και να σ' ορίσω, γλεντάγαμε όμορφα και καλά -σα θε ν' άρθη το μαγκούφι, έρχεται- ο Αρβανίτης τ' όβαλε στη μπουρίνα, πγια θα το φέρ' ο διάτανος, και στα καλά καθούμενα, τσακωθήκανε με τον Κρητικό... Το τσάκωμά τους τι ήτουνα, να σ' ορίσω, δε ξέρω τι ήτουνα...· δεν έβαν' αυτί ν' αγκρουμαστώ καλά καλά... Εγώ, ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες...· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος...

ΑΣΤ. Μωρ' εγώ δεν εκατάλαβα τίποτσι απ' αυτήν την ιστο ρία που με είπες, μα τη Φανερωμένη.,

ΠΕΛ. Εγώ, κυρ Αστρονόμο μου, σε τα κουβέντιασα τα πάσα πάντα της υπόθεσις...· τους είδα που τσακωθήκανε, μα δεν είχα τόσο το νου μου σε δ' αυτούς... · φωτιά να τους κάψη κι εκείνους και τα μάγγανά τους.

ΑΣΤ. Ω διάολλε και συ με τα ιντρέσσα σου...· οι άνθρω ποι γιαμά σκοτωνούτανε, και συ συλλογιούσουνε το νιαούρτι σου, τον ταρνανά σου, το γάλα σου, τσι αλεπούδες, και τσι γίδες σου... Και δε με λες γιαμά, π' ούσαι πλιο ραφινάτος απέ τσι άλλους, αν ήτανε κάζο πενσάτο;

ΠΕΛ. Για κάζο, ήτουνα, και μεγάλο κάζο...· μα δε ξέρω, πεντσάτο ήτουνα, τι ήτουνα.

ΑΣΤ. Το καταλαβαίνω, μουρέ, που ήτανε κάζο, και το γλέπω, διάολλ' έπαρέ σε κι εσένα.. .· μα άλλο είναι το κάζο ατσιντέντε, κι άλλο είναι το κάζο πενσάτο... Ετούτο τι ήτανε; ετούτο θέλω να με περσουαδέρης.

ΠΕΛ. Ατσιντέντε.

ΑΣΤ. Και τι θα πη ατσιντέντε;

ΠΕΛ. Ξέρω γω; να, άξαφνο θα πη, στοχάζουμαι· δεν είν' έτσι;

ΑΣΤ. Ναι, μουρέ, γεια σου κακόρικε...· εσύ καταλαβαίνεις γλέπω τον κόσμο...· μουρέ γεια σου Μουραΐτη!!... Και πες με τώρα, σα ξέρης το ατσιντέντε, θα ξέρης και το πενσάτο...· νον ζε δούπιο.

ΠΕΛ. Αυτούνο δεν το ξέρω.

ΑΣΤ. (Προς τον Γραμματέα) Πώς του τ' ώπες εού τ' αλλου νού, μωρέ;

ΓΡΑΜ. Εκ προμελέτης.

ΠΕΛ. Αυτούνο είναι βαθύ ελληνικό, και δεν το πεικάζω.

ΓΡΑΜ. Προμελετημένον.

ΠΕΛ. Τίποτες...· μηδ' αυτούνο.

ΓΡΑΜ. Αν το είχεν εις τον νουν του πρωτύτερα να το κάμη ο Αρβανίτης.

ΠΕΛ. Τήρα δω, μηδέ στο μυαλό του μέσα ήμουνα, μηδέ τον αρώτησα... Ποιος τους ξέρει πάλ' αν ήντουσάνε οχτρεμένοι απέ μπροστύτερα.

ΑΣΤ. (Καθ' εαυτόν) Ω διάολλε ρισπόστα!!! (προς τον Πελοποννήσιον). Και δεν ξέρεις άλλο τίποτσι;

ΠΕΛ. Όσκε...· όλη μου η κουβέντα αυτούνη είναι· τούτο ξέρω μοναχά, οπ' όσμιξα κι εγώ μ' ένα σωρό μαγκούφηδες.

ΑΣΤ. Α ρέστο και συ, μισότουρκα, με τσι γίδες σου, με τσι αλεπούδες σου, και με τσι ταρνανάδες σου.

ΠΕΛ. (Με θυμόν) Δεν πάγω.

ΑΣΤ. Και γιατί, μουρέ; δεν ατζιτάρεις γιαμά να πας α ρέστο, γιατ' είσαι λογοθέτης; ξαφνικό να σ' ούρτη!!!

ΠΕΛ. Αγκρουμάσου κυρ Αστρονόμο· έχω υπόληψις και φιλοτιμίγια κ' είμαι Έλληνας ελεύθερος· κι ακούς με, όφκολα όφκολα δε με φυλακώνεις, γιατί κάμω μια διαμαρτύρησι στη Διοίκησις και στο Βουλεπτικό, να ξέρης...· ακούς με;... Κρίνε με πρώτα, κι ανισωστάς κι έχω φταίξιμο, τότες βάλε με και στη φούρκα..

ΑΣΤ. Α ρέστο κανάγια!!! (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε κι αυτόνε γιαμά μαζί με τσι άλλους.

ΣΤΡ. (Τον παίρνουν).

ΠΕΛ. Όπ' ανακατώνεται με τα πίτουρα, τον τρων οι κόττες.

ΣΚΗΝΗ Ζ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Κύπριον)
Αστυνόμος, Κύπριος και στρατιώται


ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Φέρτε μου, μουρέ, εκειόν τον άλλονε.

ΣΤΡ. (Φέρουν τον Κύπριον)

ΑΣΤ. Τ' όνομα σου;

ΚΥΠΡ. Σολομώς.

ΑΣΤ. Άλλος διάολλος ετούτος... (Προς τον Κύπριον) Μπα κι είσαι στοκοφίσι; κι απέ πού είσαι;

ΚΥΠΡ. Απέ την Τζύπρον είμαι.

ΑΣΤ. Και πες μου δα εσύ, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;

ΚΥΠΡ. Οι Κρητιτζοί μιλλούσιν τα λωά τα λόια τους και την αχελομαλλούσα, λέσιν τη νύφη, το λαμπρόν, λέσιν το φωτιά, τον άππαρο, λέσιν τον χτήμα, και τες κουδέλλες, λέσιν τες κουράδια... Κι είπεν του ο Κρητικός τ' Αρβανίτην, π' ούφαες τα κουράδια, τις κουδέλλες, τ' αρνιάν που λέσιν στον τόπο μας· κι Αρβανίτης είπεν του, να τα φάης εσύ, και πήκασιν καλαππαλλίκιν...· κι Αρβανίτης έρριξεν το πιστόλλιν του, και χτύππησεν το Κρητικόν στο χέριν του, και γίνηκεν πανναήριν... Είπα τους να τον γιατρέψψω εώ, κι ήψα λαμπρόν στη φουκούν, για να κάμω άμπλαστρο ν' αλλείψω το γιαράν του...

ΑΣΤ. (Τον αντικόπτει) Άλτρος κάβος κονταρέμος... Άλλα με λες και συ, ξαφνικό να σ' ούρτη, μπρε στοκοφίσι, σολομώ!... Και πού να καταλάβω τσι κορδέλλες, τα μπιλάστρα σου, το λαμπρό σου, και τσι λέξες σου ούλες, που μου σαλτάρησε το τσερβέλλο ούλο;... Ας είναι δα...· και τι τέχνη κάμεις;

ΚΥΠΡ. Είμαι γιατρός, και διάζζω τη σολομονική.

ΑΣΤ. Ω διάολλε!!! και ξέρεις, μουρέ στοκοφίσι, να κιαμάρης τσι διαόλλους; και δε σ' τ' αβερτήρανε οι διάολλοι το κάζο ετούτο πρι μου γένη; όρσε και συ πέντε φάσκελλα στη σολομονική σου μέσα, διαόλλου σολομώ... Λέγε μου τώρα γιαμά, μπα κι ήτανε κάζο πενσάτο;

ΚΥΠΡ. Φράντζικα δεν καταλααίννω... · κι εσείς οι Φράντζοι, εκατάλλαες, είστεν λωοί αθρώποι, και λωά λέτεν τα κι εσείς τα λόια σας, και δε σας καταλααίννει κανείς.

ΑΣΤ. Α ρέστο κι εσύ, διαόλλου στοκοψίσι, α ρέστο... (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε, μουρέ, κι αυτόνε το σολομώ, μαζί με τσι άλλους.

ΣΤΡ. (Τον παίρνουν)

ΑΣΤ. Μουρ' ακούτε γιαμά στη μπίστι σας όνομα;... σολομώ;... (απορεί) Ναι, μουρέ, να με σκοτώσουνε, πρώτη βολά τ' ακούγω...· αύριο θ' ακούσουμε και κανένα μπακαλάο ασολουταμέντε... Και δεν είναι μιράκολλο ν' ακούη κανείς τέτγοια ονόματα;

ΣΚΗΝΗ Η'Επεξεργασία

Ο Αστυνόμος (καθ' εαυτόν)


ΑΣΤ. Φιναλμέντε απέ ούλες ετούτες τσι εζάμινες δεν έβγα λα τίποτσι...· κανένας ως τα τώρα δε μπόρεσε να με περσουαδέρη αν ήτανε κάζο πενσάτο... Μα τώρα πρέπει να κάμω και τσι άλλες μου τσι εζάμινες, κι ό,τι διάολλο βγάλω και ξανοίξω, να τόνε ραπορτάρω στη Διοίκησι, κι ας κάμ' ό,τι θέλει. Το ραπόρτο μου πως θα γένη ρεντίκολλο το ξέρω, κι είμαι περσουάζος, γιατί θ' άναι γιομάτο κογιοναρίες, και καμμιά σεργιετά οφφιτσιάλε δε θ' άχη μέσα.

ΣΚΗΝΗ Θ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Χίον)
Αστυνόμος, Χίος και οι στρατιώται


ΑΣΤ. Φέρτε μ' εκειόν τον άλλονε...

ΣΤΡ. (Τον παρρησιάζουν).

ΑΣΤ. (Προς τον Χίον) Τ' όνομα σου, μουρέ;

ΧΙΟΣ Μπουρλής Αμπρουζής.

ΑΣΤ. Άλλος διάολλος κι ετούτος...· σ' αρέσει; να όνομα, που μουδέ στ' όνειρο μου δεν τ' άκουσα. (Προς τον Χίον) Και πούθε είσαι γιαμά;

ΧΙΟΣ. Χιώτης, να σας χαρώ.

ΑΣΤ. Και τι τέχνη κάμεις;

ΧΙΟΣ Σεκερτζής.

ΑΣΤ. Και τ' είν' αυτό γιαμά το σεκερτζης.

ΧΙΟΣ Φτιάνω λογιών τω λογιώ γλυκά...· ροδοζάχαρες, χαρβάδες, κόντιτα...· κιό,τι άλλο θέτενε.

ΑΣΤ. Και πες δα, κακόρικε, π' ούσαι κομφετιέρης... Και πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;

ΧΙΟΣ Εν ηξέρω τίποτις, να σας χαρώ, κι εγώ κοιμούμουνε κι ήγλεπα στ' όνειρο μου που μπλεχτήκανε ο Κρητικός με τον Αρβανίτη... Ήκουσα και το βρόντος του πιστο­λιού, μα ίντα να κάμω σαν γλυκοκοιμούμουνε;

ΑΣΤ. Όμορφο ύπνο έκαμνες και συ...· οι αθρώποι σκοτωνούντανε, και συ κοιμούσουνε... Μοιάζει απ' τις πολ λές κομφετούρες γλυκάθηκες και στον ύπνο σου.

ΧΙΟΣ 'Οσκε, να σας χαρώ· αφ' το κρασί κι αφ' τις χορούς ζαλίστηκα, κι ήπεσα· και σαν ήκουσα το βρόντος, είπα να σηκωθώ, κι εν μπόρουμουν.

ΑΣΤ. Και πες δα εσύ, μπα κι ήτανε κάζο πενσάτο;

ΧΙΟΣ Ε μ' ήμαθεν ο πάης μου τα ταλλιάνικα, για να σας δώκω την απόκρισι..· άθεν τ' όξερε που θα με ρωτά τε φράγκικα, μπόρειε να με τα μάθη...

ΑΣΤ. Θα σε στείλω, διάολλε, κι εσένα α ρέστο, κι ας κοιμούσουνε.

ΧΙΟΣ Κι ίντα σας ήκαμα εγώ μαθές; ήφταιξά σας τίποτις; εγώ 'ριξα το πιστόλι; εγώ βάρεσα τον Κρητικό; ε μιλλάτενε μαθές; ίντ' άκαμα; εγώ άρματα ε φορώ, που να πήτεν πως βόθουμουν τ' Αρβανίτη...· ε, ίντα...· εν εκοιμούμουνε;

ΑΣΤ. Δεν περνούνε σε μένα μπαρτζολέτες...· θα σε στείλω α ρέστο, νον ζε κάζο.

ΧΙΟΣ Χίλλια ριάλλια δίνω σας, και μη με στέλνετε στη φυλακή, γιατί με σβύνετεν πλια...

ΑΣΤ. Εγώ θέλω ονόρ μουρέ κακόρικε, δε θέλω ριάλια.

ΧΙΟΣ Δυο χιλλιάδες πάρτεν άματις, και το ρολόι μου, και μη με στέρνετεν, γιατί εν κάμει...· να χαρήτεν τον πάη σας και την τσάτσα σας.

ΑΣΤ. Μουρέ, τι πάη και τσάτσα μου λες; α ρέστο, μπιρμπάντε!!! Ακούς γιαμά του διαόλλου τον άθρωπο, που γυρεύει να μου σπορκάρη τη φάτσα. Να, μουρέ, όρσε πέντε φάσκελλα μέσ' στο ρολόγι σου, και μέσ' στσι χιλλιάδες σου...· εκατό χιλλιάδες τσικίνια να με δώσης, καλότυχε, δε σπορκάρω τ' ονόρε μου... Α ρέστο, α ρέστο, (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε, μουρέ, κι αυτόνε για, το διάολλο!!!

ΣΚΗΝΗ Ι'Επεξεργασία

Ο Αστυνόμος (καθ' εαυτόν)


ΑΣΤ. Τώρα γιαμά πρέπει να κάμω άττο σέργιο... Πρέπει να σιντζιλλάρω τη λοκάντα, να κλείσω και τσι πόρτες τση, ούλες...· επόι να στείλω και το λοκαντιέρη α ρέστο, και κειόνε το μπιρμπάντε, που τσι έδινε τέτγοι αθρώποι τόσο κρασί και τσι εμέθυσε, κι εκάμανε τέτγοιες συφορές... Κατόπι να στείλω να τσερκάρω και για το Λιάπη...· κι άμα ξέρω δα και πού στο διά ολλο να τον εύρω;... Εδώ χρειάζεται μανιέρα, καπατσιτά, και σπιρτοσύνη...· κι αμά που δεν τόνε γρωνίζω μέσ' στσι διαόλλοι τσι 'Ελληνοι... · ε... · κουέστο ζε πολύ κακό... Μα τώρα πρέπει να φουγιάξω ούλοι τσι μπιστεμένοι μου στρατιώτες, το Διονύσιο, το Γεράσιμο, τον Τσαβατίνο και εκειόνε τον άλλονε το διάολλο, π' ούλο μου φεύγ' απ' τη μεμόρια.

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος αποστέλλει τινάς στρατιώτας δια να εύρονν και συλλάβουν τον Αλβανόν)
Ο Αστυνόμος και οι στρατιώται


ΑΣΤ. Μουρέ Γεράσιμε!!!

ΣΤΡ. Ντελόγκ' αφέντη.

ΑΣΤ. Μουρέ, πώς τόνε λένε κειόνε το διάολλο;

ΣΤΡ. Ποιόνε αφέντη;

ΑΣΤ. Εκειόνε, μουρέ, διάολλ' έπαρέ σε και σένα...· τζίτο, μουρέ, διάολλε...· εκειόνε, εκειόνε... (τον δείχνει).

ΣΤΡ. Α! αφέντη...· τον Καντήλα λες;

ΑΣΤ. Ναι, μουρέ...· να, ν' άμπ' ο διάολλος μέσ' στο μυαλό μου...· και δε θυμούμουνε την καντήλα; ναι, ναι, τον Καντήλα, γεια σου, Γεράσιμε μου, τον Καντήλα...· πάρτονε εκειόνε, και το Διονύσιο, και τον Τσαβατίνο, και κειόνε τον άλλονε το διάολλο...·

ΣΤΡ. Ποιόνε; τον Αντζουλή;

ΑΣΤ. Γεια σου...· και να πάτε να τσερκάρετε για να πγιάσετε τον Αρβανίτη, να μου τόνε φέρτε...· Μα Γεράσιμε μου...· α πιάν' α πιάνο· μπα κι ακροτσεριστή και σας σκαπουλλάρη.

ΣΤΡ. Έγνοια σ' αφέντη... (στρέφει ν' αναχωρήση) Σκιάβ' αφέντη.

ΑΣΤ. Στο καλό Γεράσιμε μου, μάτγια μου...· στο καλό ντζόγια μου...· εδώ σε θέλω γιαμά.

ΣΤΡ. (εβγάζων το φέσι του). Σκιάβο, σκιάβ' αφέντη.

ΑΣΤ. Στο καλό, στο καλό...· πάρ'και τσι άλλους που σ'ούπα.

ΣΤΡ. Ντελόγκ' αφέντη, ούλοι πάμε γιαμά.

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'Επεξεργασία

(Ο Αστυνόμος σφραγίζει το ξενοδοχείον)
Ο Αστυνόμος, ο Ξενοδόχος, οι στρατιώται και ο Κρητικός


ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Βγάρτε τσι ούλους π' ούναι μέσ' στη λοκάντα...· βγάρτε τσι ούλους όξου...· κλεί στε τσι στάντσες ούλες, και ούλες τσι κάμαρες, γιατί θα σιντζιλλάρω τη λοκάντα... Πάρτε και κειόνε το μπιρμπάντε το λοκαντιέρη α ρέστο...· α ρέστο και κειόνε τον κατεργάρη μαζί με τσι άλλους να τον πάτε τώρα τώρα, ως που να βρούμε το Λιάπη, και ν' ανοίξουμε την γκάουζα.

ΞΕΝ. Κι αφήτε με άματις να πάρω τα κατάστιχα μου, γιατί σβυώ ο κακόσορτος...· αλλοί μου!!!

ΑΣΤ. (Με θυμόν) Πάρ' τα ντελόγκο, διάολλε!!!

ΞΕΝ. Οχονούς. (τα παίρνει)

ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε τώρα α ρέστο... · φέρτε τσέρα ντι Σπάνια και το σιντζίλλο τοη Αστυνομίας, γιατί πρέπει ν' άναι σιντζιλλάτη οφφιτσιαλμέντε. (Σφραγίζει τας θύρας.)

ΣΤΡ. Γιαμ' αφέντη, γιαμ' αφέντη!!!

ΑΣΤ. Τ' είναι μουρέ;

ΣΤΡ. Τον Κρητικό τον αφήσαμε μέσα.

ΑΣΤ. Ποιόνε μουρέ; το λαβωμένο; ω διάολλ' έπαρέ με κι εμένα με το νου μου· όρσε γιαμά μέσ' στο νου μου...(φασκελώνεται μόνος του). Και μ' αφήκανε, καλότυχε, τούτ' οι διαόλλοι ταλέντο; Βγάρτε τόνε κι εκειόνε όξου.

ΣΤΡ. Πάμε να τον σηκώσουμε.

ΚΡΗΣ Γιάντα δα, Θιός κι η ψυχή σας!!!...· ζουντανό, ντεντίμ, θα με θάψετε επά δα;... Δεν μπορώ να πουρήσω κιά ολιάς, Θιός που το κατέχει...· είπα σας το δα πούρι.

ΣΤΡ. Σε πηγαίνουμε γάλι γάλι· μη φοβάσαι, (τον σηκώνουν διά να τον μεταφέρουν εις το αστυνομικόν κατάστημα).

ΑΣΤ. Ετούτους οπού εζαμινάραμε, να τσι πάτε α ρέστο έναν ένανε, για να μη σας κάμουνε κανένα ρεμπελιό στο δρόμο.

ΣΤΡ. Έγνοια σ' αφέντη...· μη φοβάσαι...· και ξέρουμ' εμείς, (αναχωρούν).