Ἀναχώρησις
Συγγραφέας:


Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μου, τὴν ἤκουσα, σημαίνει.
Πηγαίνεις, καὶ πηγαίνει
μαζῆ σου κ' ἡ ψυχή μου.
Τ' ἄσπρα πτερά του τ' ἄνοιξεν ὁ δράκος τῆς θαλάσσης.
Ποῦ πᾷς; Θὰ μᾶς ξεχάσῃς,
γλυκόστομο πουλί μου;

Μὴ σπρώχνῃς, ναύτη ἄπονε, τὸ μαῦρό μας περγιάλι.
Τ' ἀγγελικά της κάλλη
νὰ ξαναδιῶ, ἄχ! στάσου.
Ἰδού, βογγᾷ ἡ ἄγκυρα, κι' ἀκούω τὸ γιαλέσσα,
κ' εἰς τὴν καρδιάν μου μέσα
ἀκούω τ' ὄνομά σου.

Πηγαίνεις, καὶ ὀπίσω σου σὰν ἴσκιον σου μ' ἀφίνεις,
σὰν ἴσκιον μὴ μὲ σβύνῃς
'ς τὴν τρυφερὰ ψυχή σου.
Θυμήσου τί οὐράνιαις στιγμαῖς μαζῆ σου ζοῦσα·
ἄχ! πῶς σὲ ἀγαποῦσα,
πῶς σ' ἀγαπῶ θυμήσου.

Ὅταν τὸ βράδυ ζέφυρος σὲ τρυφεροχαδεύῃ,
τὰ ἄχ! μου συνοδεύει,
τοὺς στεναγμούς μου σέρνει.
Ὅταν ψυχάλα ἔρχεται νὰ σὲ γλυκοδροσίσῃ,
τῶν πόνων μου τὴν βρύσι,
τὰ δάκρυα μου φέρνει.

Ὅταν μαζῆ ἐβγαίνομεν 'ς τὸ λυκαυγὲς θυμήσου,
καὶ ἔκλαια μαζῆ σου,
καὶ ἔκλαιες μαζῆ μου.
Μονάχον ἀφ' οὗ μ' ἄφησες, θρηνολογῶ μονάχος,
καὶ μοναχὸς ὁ βράχος
μ' ἀκούει τῆς ἐρήμου.

Γιατί δὲν εἶμαι ἄνεμος νὰ πνέω 'ς τὰ πανιά σου,
νὰ παίζω 'ς τὰ μαλλιά σου,
μαζῆ σου ν' ἀρμενίζω;
Γιατί δὲν εἶμαι θάλασσα τριγύρω σου νὰ πλέω,
'ς τὸ πλάγι σου νὰ κλαίω,
 νὰ νυκτομουρμουρίζω;

Ἴχνη λευκὰ τῆς σκάφης σου ἡ θάλασσα μὲ δείχνει.
Ἀφῆκα τάχα ἴχνη
κ' ἐγὼ εἰς τὴν ψυχήν σου;
Τὰ ἴχνη καθὼς ἔσβυσαν 'ς τὰ κύματα ἐκείνης,
κ' ἐμένα μὴ μὲ σβύνῃς
εἰς τὴν ἐνθύμησίν σου.