Αισώπου Μύθοι/Όνος βαστάζων άγαλμα

Αἰσώπου Μῦθοι
Ὄνος βαστάζων ἄγαλμα


Ὄνῳ τις ἐπιθεὶς ἄγαλμα ἤλαυνεν εἰς ἄστυ. Τῶν δὲ συναντώντων προσκυνούντων τὸ ἄγαλμα, ὁ ὄνος ὑπολαϐὼν ὅτι αὐτὸν προσκυνοῦσιν, ἀναπτερωθεὶς ὠγκᾶτό τε καὶ οὐκέτι περαιτέρω προϊέναι ἐϐούλετο. Καὶ ὁ ὀνηλάτης αἰσθόμενος τὸ γεγονὸς τῷ ῥοπάλῳ αὐτὸν παίων ἔφη· «Ὦ κακὴ κεφαλή, ἔτι καὶ τοῦτο λοιπὸν ἦν ὄνον ὑπ’ ἀνθρώπων προσκυνεῖσθαι.»

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς ἐπαλαζονευόμενοι παρὰ τοῖς εἰδόσιν αὐτοὺς γέλωτα ὀφλισκάνουσιν.

Στα νέα ΕλληνικάΕπεξεργασία

Κάποιος για να κουβαλήσει ένα ξύλινο άγαλμα θεού το φόρτωσε σε ένα γαϊδούρι. Καθώς πηγαίνανε, όσοι τους συναντούσανε στο δρόμο, προσκυνούσαν. Το γαϊδούρι νόμιζε οτι προσκυνάνε το ίδιο: "γιά δες, όλοι όσοι με συναντούν, με προσκυνούν!". Έτσι, τόσο χάρηκε, που άρχισε να χοροπηδά κ θα έριχνε κάτω το άγαλμα. Τότε το αφεντικό του του έδωσε ένα ξύλο για να τον επαναφέρει στην τάξη κ του είπε: επειδή κουβαλάς το άγαλμα ενός θεού, μή θαρρέψεις ότι είσαι κ με τους θεούς ομότιμος!