Ὅποιος βράδυ περνᾷ
Συγγραφέας:
Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922)


Ὅποιος βράδυ περνᾷ σιμὰ στὸν τοῖχο,
Πλειὸ ψηλὸ ἀπ’ τὴ σκεπή της ποὺ σκεπάζει
Πράσινο κλῆμα, ἀκούει τὸν γλυκὸν ἦχο
Θεϊκῆς φωνῆς καὶ μένοντας θαυμάζει.
Τραγοῦδι ἀγάπης ἢ χαρᾶς σ’ ἀφίνει
Σκεφτικὸν ἢ καλόκαρδον. Ποιὸς χύνει
Τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια ’ς τὸν ἀέρα;
Εἶναι τοῦ νεκροθάφτ’ ἡ θυγατέρα.

Τὰ γέλια της ἀκούοντ’ ἀπ’ τὴν αὐγούλα
Κάτω ἀπὸ τ’ ἀνθοστόλιστα δεντράκια.
Κεῖ καρτεροῦν, ὑγραῖς ἀπὸ δροσούλα,
Γιὰ νὰ ταῖς κόψῃ, φούνταις λουλουδάκια.
Τί ὤμορφα φυτὰ ποὺ ἐκεῖ βλασταίνουν,
Τί φουντωταῖς ἐκ’ ᾑ μυρτιαῖς ἀξαίνουν!
Τριαντάφυλλα χλωρὰ κεῖ κάθε μέρα
Βρίσκει τοῦ νεκροθάφτ’ ἡ θυγατέρα.

Ποιὰ νἆναι τούτη ἡ κόρη ποὺ περνάει
Μὲ πάτημα ἐλαφρὺ κι’ ὅλη γελάτη;
Τί χάρη πὤχει σὰ χαμογελάει,
Τί καλοσύνη τὸ λαμπρό της μάτι!
Ραφτοπούλα εἶν’ αὐτὴ κ’ ᾑ φιλενάδαις
Τῆς θωριᾶς της ζηλεύουν ταῖς φρεσκάδαις·
Ἡ ὠμορφιὰ της καμάρ’ εἶν’ τοῦ πατέρα·
Εἶναι τοῦ νεκροθάφτ’ ἡ θυγατέρα.

Κατοικᾷ ἡ Φωτεινὴ ’ς τὸ κοιμητήρι·
Τὰ τζάμια ποὺ ἐκεῖ βλέπεις νὰ γυαλίζουν
Εἶναι τῆς Φωτεινῆς τὸ παρεθύρι·
Τὰ πουλιὰ ἀπ’ τὸ κλουβί τους κελαϊδίζουν.
Γιὰ ἰδές, πάνω ’ς τοὺς τάφους γύραις φέρει
Ἄσπρων περιστεριῶν χιονάτο ταῖρι,
Ποὺ ἀπ’ τὴν ἀσπράδα τῶν φτερῶν ἀστράφτει·
Εἶναι τῆς θυγατρὸς τοῦ νεκροθάφτη.