Φωτογραφία
Συγγραφέας:


Ὄχι· ἀνθρώπινο κοντύλι
δὲ σὲ ἱστόρησε, Θεά!
Πνέουν, ταράζονται τὰ χείλη,
κυματίζουν τὰ μαλλιά.

Λέει καθένας ὁποῦ βλέπει
τέτοιο πλάσμα τοῦ φωτός:
γιὰ ζωγράφος δὲν τῆς πρέπει
παρ' ὁ Ἥλιος μοναχός.

Τὸν ἐμάγεψες, καὶ τόση
φλόγα αἰσθάνθη ἐρωτική,
ὁποῦ ἐδῶ νὰ σὲ τυπώσῃ
μία δὲν ἔκαμε στιγμή.

Τὰ ματάκια σου, Θεά μου,
σὰν τὸν ἥλιο θαυμαστά!
Ὅμοια εἰκόνα στὴν καρδιά μου
ξάφνου ἐχάραξαν καὶ αὐτά.