Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
ΤΟ ΜΑΡΙΩ.


Τὸ ’θυμᾶσαι τὸ Μαριώ,
π’ ὅλη ’μέρα στὸ χωριὸ
’λογυρνοῦσε;
Ποῦ στὴν θύρα τοῦ σχολειοῦ
μὲ τὸν γυιὸ τοῦ Μιχαλιοῦ
’τραγουδοῦσε;

Θὰ σὲ ’πῶ κρυφὰ στ’ αὐτὶ
δι’ ἐκείνη κἄτι τί—
Μά, σιώπα!
Ὅταν ἤμεθα παιδιά,
μὲ ’τραβοῦσ’ ἀπ’ τὴν ποδιά—
Νά! Σοῦ τᾦπα!..

Μὲ ’τραβοῦσ’ ἀπ’ τὰ μαλιά,
καὶ μὲ ’φόρτονε φιλιὰ
μὲ τὸ ζόρι.
Καὶ μ’ ἐρώτα—Νὰ στὸ ’πῶ;—
Διατί δὲν ἀγαπῶ,
σὰν ἀγόρι!..

Μιὰν ἡμέρα, καὶ καλὰ
μοὖχε φάγει τὰ μυαλά,
νὰ τὴν πάρω.
Γιατί, λέγ’, ἂν δὲν παρθῇ,
θὲ νὰ πᾷ νὰ ’πανδρευθῇ
μὲ τὸν Χάρο!

Κι’ ἀπὸ φόβο, τὸ κουτό,
μὴν τὸ κάμῃς, εἶπ’, αὐτό!
Καὶ σὲ παίρνω!
Κόφτω, στὴν κακιὰ στιγμή,
ἀπ’ τὸ στόμα μ’ τὸ ψωμὶ
καὶ στὸ φέρνω.

Κι’ ’ως νὰ σώσω τὴν λαλιά,
μὲ ἁρπᾷ στὴν ἀγκαλιά
καὶ μὲ ’πάγει.
Κι’ ἀπ’ τὸ φίλα τὸ πολύ,
’λίγο ἔλειψ’ ἡ τρελὴ
νὰ μὲ φάγῃ!

Καὶ σ’ ὀλίγο, σοῦ κρατεῖ
δυὸ καινούρια στὸ χαρτὶ
δαχτυλίδια.
Τὧνα ’μένα τὸ φορᾷ·
τ’ ἄλλο βάλλει μὲ χαρὰ
’κείν’ ἡ ἴδια.

Καὶ μὲ λέγει νὰ θαρρῶ,
πῶς στοῦ βίου τὸν χορὸ
μ’ ἔχει ’ταῖρι.
Κι’ ’ως στοῦ Χάρου τὸ χωριὸ
θὰ καταίβουμε τὰ δυό,
χέρι χέρι!

Καὶ πιστεύοντας αὐτά,
τὰ τρελὰ καὶ τὰ κουτά,
’γάλι ’γάλι,
σοῦ παθαίνω δι’ αὐτὴ
μιὰν ἀγάπη δυνατὴ
καὶ μεγάλη!

Μά, σὰν ’πῆρ’ ἡ φλόγα ’μπρός,
κ’ ἐκατάλαβα γαμβρὸς
τί σημαίνει—
Ἔχ’ ἀλλάξ’ αὐτὴ πολύ:
Εἶναι κόττα τὸ πουλί,
’φτερωμένη!

Τώρα – Δὲν ἀκοῦς, αὐτέ;—
Μὲσ’ στοὺς ἄλλους ντεκολτὲ
σοῦ κορδόνει.
Τώρα, ’γείνηκε κυρά!
Καὶ φορεῖ καὶ μιὰ νουρά,
σὰν παγῶνι!

Κι’ ὅπου σμίξουμε τὰ δυό,
ἅμα στρέψω καὶ τὴν διῶ,
τὰ ’ξυνίζει!
Κι’ ἂν ρωτήσουν: τί πονῶ,
καὶ στενάζω καὶ θρηνῶ—
Δὲν γνωρίζει!

Μόνο γράφει στὸν παππᾶ,
πῶς ἕν’ ἄλλον ἀγαπᾷ!
Καὶ τὸν θέλει!
Κι’ ἂν τὸ μάθω, λέγ’, ἐγώ,
κι’ ἂν θὰ πέσω νὰ πνιγῶ—
Δὲν τῆς μέλει!..