Τα γύρα μου (Σικελιανός)

Τα γύρα μου
Συγγραφέας:
Από τη συλλογή Αλαφροΐσκιωτος (1907)


Γύρα, στον κάμπο, στα βουνά,
παντού, ο αδρός αργάτης.
Δίπλα στ' αμπέλια ο πιστικός
αγρύπναε κι ο δραγάτης.
Ολούθε ο ιδρωμέτωπος
κυβέρναγε χωριάτης.

Με παραμόνευε η ευκή
του ζήτουλα στους τράφους.
Γνώριμους έβλεπα νεκρούς
απάνω από τους τάφους.
Παντού ο λαός· και ανέβηκα
όσο ανεβαίνει η μέρα,
για να χαρώ το διάπλατο
του επάνω κόσμου αγέρα.
Βουνά ξεσκάφτει το τσαπί,
χτυπάει το μελισσόχορτο,
αναπηδά το ευώδισμα
στο λαγαρόν αιθέρα.

Παντού ο λαός· και λάτρεψα,
και στη λαχτάρα μου είπα:
«Βάλε το αυτί στα χώματα».
Και φάνη μου πως η καρδιά
της γης βαριά αντιχτύπα.

Κ' έβλεπα απάνω απ' την κορφή,
βαθιά, την πλάση πάσα,
τον ουρανόν ανάσαινα
και δεν μου ακούγονταν η ανάσα.

Κάτου, ζευγάρια αλάτρευαν·
τ' άτια τ' ανεμοπόδα
στ' αλώνια - από το πέταλο,
και το στουρνάρι ευώδα
σπιθοβολώντας - έλαμπαν·
οι αθεμονιές εβάραιναν·
να ξαναμπούνε επάλευαν
στους σβώλους τα σκουλήκια·
ανακοχλάανε στις ελιές
μια βράση τα τζιτζίκια.

Έτρεμε η χλόη ολούθενες.
Το λυγερό αγέρι
εσήμαινε αιθερόηχον
ψηλά το μεσημέρι·
στις λαγκαδιές εσειόντανε
σαν ποταμός η φτέρη.

Άσωτο γύρα πέλαγο.
Το αιθέριο σημαντήρι
στην πλώρη εχτύπα ή στο πανί
το τρεχαντήρι,
εχτύπαε στου ψαρά το αυτί,
που, του πελάου τη στρώση
κοιτώντας, ξάφνου έν' αλαφρό
αποκάρωμα είχε νιώσει.