Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΟΡΤΗΣ.


ΑΝΔΡΕΑι ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗι.

(Κατὰ τὴν 1ην τοῦ 1882.)

Μὲ τί χαρὰν τὸ ἤκουσα, στοχάσου,
πῶς ἑορτάζ’ ἡ προσφιλὴς μικρά σου!
Ἀμέσως ἥπλωσα τὴν χεῖρα,
ὡς ἐπὶ νέας εὑρετῆς.
Ἀλλ’ ὅταν ἔνθους τὴν ἐπῆρα:
«Ψάλλεις—ἐτραύλισεν ἡ λύρα—
Κατόπιν ἑορτῆς!»

Τότε μοῦ ἦλθ’ ἐξαίφνης, συλλογήσου,
νὰ μάθω κἄν πότ’ εἶν’ ἡ ἑορτή σου.
Κ’ ἠρώτων γέροντα καὶ νέον:
“Ξεύρεις ὁ Ἅγιός του τίς;”
Τέλος, ἀπὸ χαρὰν ἐκπνέων,
τὸ ἔμαθον. Πλὴν ἦτο πλέον—
Κατόπιν ἑορτῆς!

Ὑπομονή! Θὰ μάθω δίχως ἄλλο,
πότ’ ἑορτάζ’ ἕν τέκνον του μεγάλο!—
Ἀλλά, εἰς τὴν στιγμὴν ἐπάνω
τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς,
χωρὶς νὰ ἤθελα μανθάνω,
πῶς τὴν ἀπόφασιν τὴν κάνω—
Κατόπιν ἑορτῆς!

Ἀλλὰ λοιπόν; Τότε κανεὶς ὀφείλει
νὰ μάθῃ πιὰ μὴν ἔχουνε Βασίλη!
Κι’ ἂν ἔχουν, “Φίλε”, νὰ τοῦ ψάλῃ,
“κι’ ἀπὸ τὴν Κρήτη βουλευτής!”
“Ἔχουν!” μὲ εἶπαν τότε ἄλλοι.
Μήπως κι’ αὐτὸ τὸ εἶπαν πάλι—
Κατόπιν ἑορτῆς;

Ἀνίσως ναί, βεβαίως ἡ Κυρία
θὰ σ’ ἐρωτήσῃ τίς εἶν’ ἡ αἰτία.
Παρακαλῶ, ἐκ μέρους μου ἀπάντα,
πῶς εἶμαι Ἕλλην ποιητής.
Ὅλα δὲ κράζουν τὰ συμβάντα,
ὅτι ὁ Ἕλλην φθάνει πάντα—
Κατόπιν ἑορτῆς!