Η κυρία Τριγκιτράγκα

Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888 του Κωνσταντίνου Σκόκου


Η Κυρια Τριγκιτραγκα

Εἶμαι πρώτη ’ς τὰς Ἀθήνας καὶ ’ς τὰ λοῦσα καὶ ’ς τὰ μέσα,
Καὶ κρατῶ εἰς ὅλους πόζα, ’σὰν τὴν πρώτη πριγκηπέσσα·
Εἰς ἐμὲ θὰ πρωτοέλθουν τοῦ συρμοῦ τὰ φιγουρίνια
Κ’ ἐγὼ πρώτη θὰ φορέσω τὰ νεώτερα σκαρπίνια.
Ἐξοδεύω κάθε μῆνα καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

Ἐγὼ πρώτη φιγουράρω πάντοτε εἰς τὸ παλάτι,
Καὶ κᾀνένας δὲν σηκώνει ἀπ’ ἐπάνω μου τὸ μάτι.
Θὰ θαυμάσουν τὸ κορμί μου, τὰ πολλά μου τὰ διαμάντια,
Καὶ τ’ ὡραῖον φόρεμά μου θὰ κυττάζουν ἀπ’ ἀγνάντια.
Ἐξοδεύω εἰς τὰ λοῦσα καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

Εἰς τὰ μπάλκα, βουτημένη ’ς τὸ βελοῦδο καὶ μετάξι,
Τὴν παράστασι κᾀνέναν δὲν ἀφίνω νὰ κυττάξῃ·
Ἂν χειροκροτῇ ὁ κόσμος καὶ φωνάζῃ ὁλοένα,
Δὲν χειροκροτῇ τὴν πρίμα ἢ τὸν μπάσο, ἀλλ’ ἐμένα·
Καὶ ’ς τὰ θέατρα πληρώνω κάθε μῆνα τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.


’Σ τὸν περίπατον θὰ ἔβγω πάντοτε μὲ τὸ ἁμάξι,
Καὶ ὁ ἁμαξᾶς τοὺς ἵππους πρέπει τρεῖς φοραῖς ν’ ἀλλάξῃ·
Εἰς τὴν μέσην ὅλοι πᾶσαν ὁμιλίαν των θ’ ἀφήσουν
Καὶ τὰ μάτια των ἀμέσως εἰς ἐμένα θὰ γυρίσουν·
Καὶ ’ς τ’ ἁμάξια ἐξοδεύω καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καί τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

Πῶς σοῦ φαίνεται, νὰ βλέπῃς ’ς τὰ σαλόνια νὰ παρλάρουν
Καὶ νὰ θέλουν πέντε δέκα φίλαι μου νὰ φιγουράρουν
Μὲ τὰ δέκα τους φουστάνια καὶ τὰ τέσσερα καπέλα!
Οὔτε ’ς τὸ Παρίσι μέσα δὲν τὴν βλέπεις τέτοια τρέλλα.
Ἐξοδεύω ’ς ταῖς μοδίστραις καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

Γιατί τάχα νὰ μὴν βάλῃ τοῦ συρμοῦ ἐπανωφόρι
Καὶ τοῦ φούρναρ’ ἡ γυναῖκα καὶ τοῦ παντοπώλ’ ἡ κόρη,
Ἀφοῦ μιᾶς ὁ ἄνδρας πέρνει ἑκατὸ δραχμαῖς τὸν μῆνα
Καὶ ἀλλάζει κάθε ’λίγο καὶ ’λιγάκι καπελῖνα;
Ἐξοδεύω εἰς τὰ λοῦσα καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

Ἔχω εἴκοσι δουλάπαις, καὶ ταῖς εἴκοσι γεμάταις
Ἀπὸ μπούστους, ἀπὸ πούφια, ἐσωφόρια καὶ γραβάταις.
Δεύτερη φορὰ ποτέ μου δέν φορῶ τὴν ἴδια φούστα
Καὶ τοιουτοτρόπως ὅλων ἱκανοποιῶ τὰ γοῦστα.
Ἐξοδεύω ’ς τοὺς ἐμπόρους καὶ πληρώνω τρίγκι τράγκα
Δυὼ καὶ τρεῖς χιλιάδες φράγκα.

’Σ τὸ αὐτὶ μοῦ ψιθυρίζει κἄποτε ὁ σύζυγός μου
Πῶς ’μποροῦν νὰ φύγουν ἔτσι ὅλ’ οἱ θησαυροὶ τοῦ κόσμου.
Οἱ ἀνόητοι κανόνες τῆς φειδοῦς κ’ οἰκονομίας
Εἷνε χλεύη καὶ μωρία κ’ ἔγκλημα εἰς τὰς κυρίας.
Ἡ καλὴ κυρία πρέπει νὰ ’ξοδεύῃ τρίγκι τράγκα
Πάντοτε χιλιάδες φράγκα.

Ὅστις ἀληθῶς κ’ ἐνθέρμως τὴν γυναῖκα του λατρεύει,
Πρέπει μὲ κλειστὰ τὰ μάτια πάντοτε νὰ ἐξοδεύῃ
Καὶ ν’ ἀνέβη ἐπὶ τέλους ’ς τὴν κρεμάλα μοναχός του,
Καὶ νὰ σύρῃ τὸ σχοινί του ἡ ἴδια σύζυγός του.
Θὰ ξοδεύω τέλος πάντων, ὡς κυρία Τριγκιτράγκα,
Πάντοτε χιλιάδες φράγκα.
(Ἐκ τῶν ἀνεκδότων μου)

Σοφοκλης Κ. Καρυδησ.