Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας:
ΙΘ'. Η Αποστολή των Δώδεκα


Γύριζε ο Ιησούς από χώρες σε χωριά, διδάσκοντας, και παντού έβρισκε λύπη και αρρώστια και στενοχώρια και διχόνοια. Και σπλαχνίσθηκε το λαό αυτό το δυστυχισμένο, που ήταν διεφθαρμένος και παραριχμένος, σαν πρόβατα χωρίς βοσκό.

Στοχάσθηκε τότε πως να τους βοηθήσει, πως να τους συμμαζέψει, να τους παρηγορήσει και να τους ενώσει.

Μάζεψε λοιπόν γύρω του τους δώδεκα διαλεγμένους του μαθητές, τους έδωκε εξουσία να βγάζουν δαιμόνια και να γιατρεύουν κάθε αρρώστια, και τους έστειλε αποστόλους να φωτίσουν τον κόσμο και να σκορπίσουν παρηγοριά στους πονεμένους. Κατά το σύστημα των Ραββίνων, που θεωρούσαν στραβό να ταξιδεύει κανείς μόνος, και να μην έχει σύντροφο που να τον βοηθεί και να του μιλά για το νόμο του Θεού, τους έστειλε ο Ιησούς ανά δύο σε όλα τα μέρη του Ισραήλ.

Πριν τους αποχωριστεί, τους έδωσε παραγγελίες ν' αρχίσουν πρώτα από τους ομοεθνείς τους, και οδηγίες πως να ενεργήσουν. Και τους έλεγε:

— Σε δρόμο που φέρνει σε χώρες των εθνικών μην πάτε, και σε πόλη Σαμαρειτών μην μπείτε πηγαίνετε μάλλον στα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ. Πηγαίνοντας, διδάσκετε και λέγετε πως έφθασε η Βασιλεία των Ουρανών. Αρρώστους γιατρεύετε, λεπριασμένους καθαρίζετε, νεκρούς ανασταίνετε, δαιμόνια βγάζετε. Χάρισμα λάβατε, χάρισμα δώσετε.

Τους είπε να μην προμηθευθούν τίποτε για το ταξίδι, να μη μαζέψουν χρυσάφι ή ασήμι ή χαλκό στα ζωνάρια τους, ούτε να προμηθευθούν σάκο για ελέη και συνδρομές, ούτε δεύτερο ρούχο, ούτε καν παπούτσια, όπως φορούσαν οι ταξιδιώτες που είχαν να κάμουν μακρείς δρόμους· παρά με τα σανδάλια τους τα συνηθισμένα και με το ραβδί στο χέρι να πάρουν το δρόμο τους.

Στα μέρη εκείνα της Ανατολής, όπου η φιλοξενία είναι θρησκεία, ο ταξιδιώτης που θα μπει σε σπίτι κάνει χάρη σ' εκείνον που τον φιλοξενεί οι Ραββίνοι διδάσκοντας, έλεγαν πως η εγκάρδια φιλοξενία ανοίγει για την άλλη ζωή την πόρτα του Παραδείσου.

Τους είπε ο Ιησούς να εξετάζουν όποταν μπαίνουν σε κανένα χωριό, ποιος ήταν αγαθός και άξιός τους, κι εκεί να μένουν, ώσπου να φύγουν από το χωριό, και, μπαίνοντας στο σπίτι να πουν: «Ειρήνη[1] στο σπίτι τούτο», που ήταν ο συνηθισμένος εβραίικος χαιρετισμός του οδοιπόρου που ζητούσε φιλοξενία, και τότε κάθε πόρτα θ' άνοιγε να τους υποδεχθεί.

Αν το σπίτι άξιζε, η ευλογία τους θα έπεφτε απάνω του, αν δεν άξιζε, η ευλογία τους θα γύριζε πίσω σ' αυτούς. Και αν κανένας τους αρνούνταν τη στοιχειώδη αυτή φιλοξενία, και δεν άκουε τα λόγια τους, τότε ας έφευγαν και ας τίναζαν από τα σανδάλια τους τη σκόνη, ως απόδειξη πως πιστά μίλησαν και δεν ευθύνουνταν για την κακία των ανθρώπων.

Τους είπε πως για χάρη του θα υποφέρουν πολλά, πως οι άνθρωποι θα τους κατατρέξουν και θα τους δείρουν και θα τους θανατώσουν πως το κήρυγμα της ειρήνης τόση αντίσταση θα βρει, ώστε 8α καταντήσει σάλπισμα πολεμικό, και θα χωρίσει φίλο από φίλο και γονείς από παιδιά.

— Ιδού, σας στέλνω σαν πρόβατα μες στους λύκους, τους είπε.

Και τους λέγει πως όταν οι εχθροί των τους κατατρέξουν και τους διώξουν, να φύγουν αυτοί σε άλλη χώρα, για να διδάξουν κι εκεί. Και όταν βρεθούν καταδότες να τους παραδώσουν, αυτοί να μη φοβηθούν και να μη σκοτιστούν με τη συλλογή του τι θα πουν, γιατί εκείνη την ώρα το Πνεύμα το Άγιο θα τους φωτίσει να μιλήσουν και να κηρύξουν την αλήθεια του Θεού.

Αν αυτόν, τον Ιησού, τον είπαν Βεελζεβούλ, πόσο περισσότερο θα έλεγαν το ίδιο για τους μαθητές του; Αλλ' αυτό να μην τους κακοκαρδίσει. Και τους λέγει:

— Όποιος σας δεχθεί, εμένα δέχεται κι εκείνον που μ' έστειλε, το Θεό. Όποιος με παραδεχθεί και με ομολογήσει ως δάσκαλο του εμπρός στους ανθρώπους, θα τον παραδεχθώ κι εγώ και θα τον ομολογήσω ως μαθητή μου εμπρός στον Πατέρα μου στον ουρανό. Μα όποιος με απαρνηθεί εμπρός στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ εμπρός στον Πατέρα μου στον ουρανό.

Τ' ανθρώπινα αισθήματα και συμφέροντα είναι δευτερεύοντα πάνω απ' όλα, πρέπει το λόγο του, τη διδαχή του ν' αγαπούν ώστε όποιος βάλει τ' ανθρώπινα, τα οικογενειακά αισθήματα πάνω από κείνον, δηλ. πάνω από τη διδαχή του, είναι ανάξιος του Θεού που τον έστειλε. Και πρόσθεσε τον όμορφο αυτό λόγο το μεγάλο, που απορρίπτει τους συμβιβασμούς σαν αδυναμίες περιττές, και τον άνθρωπο τον θέλει δυνατό και υπερήφανο, έτοιμο, για την πίστη του, ν' αντικρίσει με θάρρος ακόμα και το θάνατο, και να παραδεχθεί τη θυσία χωρίς δισταγμούς και λιγοψυχιές:

— Όποιος δεν παίρνει το σταυρό του και δε με ακολουθεί, δεν είναι άξιός μου[2].

Και αφού τους είπε αυτά, τους σκόρπισε ο Ιησούς σ' όλα τα μέρη όπου κάθουνταν Εβραίοι. Ύστερα, έφυγε κι εκείνος, και από χωριό σε χωριό πήγαινε διδάσκοντας και γιατρεύοντας.

Κι έτσι έφθασε ως την Ιερουσαλήμ, όπου εκείνες τις μέρες εόρταζαν οι Εβραίοι τη μεγάλη τους εορτή του Πάσχα.


  1. Εβραίικα, «σελιμέ», κυριολεκτικώς: «ευτυχία, σωτηρία».
  2. Ο λόγος του Ιησού είναι μεταφορικός· εκείνο τον καιρό, συνήθιζαν οι καταδικασμένοι να κουβαλούν οι ίδιοι το σταυρό τους στον ώμο, ως το μέρος όπου εκτελούνταν το μαρτύριο του σταυρώματος.