Ἡ ἀληθινὴ εὐτυχία
Συγγραφέας:


Ἀπὸ τ' Ἄργος ξεκινάει,
πρὶν ἡ αὐγὴ τ' ἀστέρια σβύσῃ,
κόσμος ἄπειρος, ποῦ πάει
στὸ Ναὸ νὰ προσκυνήσῃ.
Μύρια ζῶα ποδοβολοῦνε·
τρέχουν ἅμαξαις πολλαίς,
καὶ τὴν Ἥρα ὑμνολογοῦνε
ἀναρίθμηταις φωναίς.

Οὔτε γέρος, ποῦ στὴν κλίνη
ἔχει μήναις παραδείρῃ,
οὔτε ἀνήλικος ἀφίνει
τῆς Θεᾶς τὸ πανηγύρι.
Πῶς ἀκόμα ἐκεῖθε λείπει;
Στοῦ σπιτιοῦ της τὴν αὐλὴ
ἡ τρισέβαστη Κυδίππη
τί ζητάει; τί καρτερεῖ;

Εἶχε σύναυγα προστάξῃ,
πρὶν κἀνεὶς τὸ δρόμο πάρῃ,
νὰ τῆς φέρουν γιὰ τ' ἁμάξι
ἕνα κάτασπρο ζευγάρι·
ἀλλ' οἱ ταῦροι θὰ βοσκοῦσαν
σὲ λιβάδια μακρυνά,
καὶ θλιμμένη τὴ θωροῦσαν
δύο φιλόστοργα παιδιά.

Δὲν ἐστάθηκαν πολληώρα
σὲ μιὰν ἄνεργη ἀπορία·
νά! - τ' ἁμάξι ἀπὸ τὴ χωρά
βγαίνει, χύνεται μὲ βία·
δίχως πούπετα νὰ μείνῃ,
μὲ ἀκατάπαυτην ὁρμή,
δρόμο παίρνει, δρόμο ἀφίνει,
καὶ περνάει σὰν ἀστραπή.

Ἀγκαλὰ καὶ τόσοι κρότοι
γύρω ἠχοῦνε σταὶς πεδιάδαις,
τ' ἀκοῦν πὤρχεται κ' οἱ πρῶτοι
κ' οἱ στερνοὶ προσκυνητάδες·
σταματοῦν· τὸ βλέμμα φέρνουν
ὅθε πρέπει νὰ φανῇ·
νάτο! - οἱ νέοι τ' ἁμάξι σέρνουν,
κ' εἶναι ἡ μάννα τους ἐκεῖ.

Ζήτω ἀμέτρητα βοΐζουν,
ἑνωμένα στὸν ἀέρα
μὲ φωναίς, ποῦ μακαρίζουν
τὴν καλότυχη μητέρα·
καί, ὡς περνοῦν τὰ παλληκάρια,
στὰ ἱδρωμένα τους μαλλιὰ
πέφτουν πράσινα κλωνάρια
ἀπὸ δάφνη καὶ μυρτιά.

Μὲς τὴ μέση ἀπὸ τὸ πλῆθος
ἡ Κυδίππη κατεβαίνει,
μὲ τὸν Ὄλυμπο στὸ στῆθος,
μὲ τη ὄψη δακρυσμένη·
δὲν ἀργεῖ· στὸ μέρος πάει
ποῦ λατρεύεται ἡ Θεά·
λίγα λούλουδα σκορπάει
καὶ προσεύχεται θερμά:

Μὴν ἰδῇς καθόλου ἐκεῖνο
ποῦ τολμάω νὰ δώσω τώρα·
ὅσα κλάϊματα ἐγὼ χύνω
δέξου, ἀντὶς ἀπ' ἄλλα δῶρα·
σ' ἐξορκίζω! κάμε, ὦ Θεία,
στὰ παιδιά μου νὰ δοθῇ
ἡ καλήτερη εὐτυχία
ὁποῦ βρίσκεται στὴ γῆ. -

Πῶς δεότουνε! μὲ πόση
τῆς ψυχῆς οὐράνια πύρα
καὶ τὰ μάτια εἶχε σηκώσῃ
καὶ τὸ νοῦ κατὰ τὴν Ἥρα.
Ἔκαμ' ἔπειτα νὰ φύγῃ,
καί, γυρνῶντας ταπεινά,
τὰ δύο τέκνα της ξανοίγει
χάμου ἀκίνητα – νεκρά!