Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1887/Το ψεύδος κ' η αλήθεια

Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1887
Συγγραφέας:
Τὸ ψεῦδος κ’ ἡ ἀλήθεια


ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ Κ’ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Κυρία πολυτάλαντος διήρχετο· κ’ ἔπεσ’ ἐκ τῆς χειρός της ψέλλιον βαρύτιμον, χωρὶς νὰ τὸ ἰδῇ. Εἷς κύριος ἐκεῖ τυχὼν, τὸ βλέπει, τρέχει, κύπτει, τὸ λαμβάνει, ἀλλὰ ἤδη ἡ κυρία ἦν μακρὰν καὶ ἵνα μή τι κουρασθῇ ἕως οὗ τὴν προφθάσῃ, προσκαλεῖ ἕνα παιδὶ ἐκεῖ, μικρὸν ὑποδηματοστιλβωτήν: «Νὰ, βλέπεις τὴν κυρί’ αὐτὴν ἐκεῖ; πάρε αὐτὸ καὶ τρέξε δός της το, τῆς ἔπεσε.» Καὶ τρέχει τὸ μικρὸ παιδάκι μὲ τὸν θησαυρὸ ’ς τὸ χέρι του, τρέχει, ἀσθμαίνει εἰς τὸ πέραν ἄκρον τῆς ὁδοῦ, ὅπου σχεδὸν ἐξαφανίζετ’ ἤδη ἡ κυρία, τὴν προφθάνει, τῆς τὸ δίδει: «Πάρετε, κυρία, τὸ βραχιόλι σας· σᾶς ἔπεσεν.» Ἐγύρισεν ἡ μεγαλόσχημος κυρία, ὡς νὰ τῇ προσέφερον ἕνα κουμπάκι ποῦ θὰ ἔχασε, τοσοῦτον ἀδιάφορον τῇ ἦτο ὅλον τὸ δισχιλιόδραχμόν της ψέλλιον, ὅπερ θὰ ἦτο τύχη εἰς τὸ παρὸν κι’ ἀσφάλεια τοῦ μέλλοντός του πλήρης ’ς τὸ παιδὶ αὐτὸ. «Ἐσὺ τὸ ηὗρες;» ἐρωτᾷ μετ’ ἀδιαφορίας πάλιν, ἵνα κρίνῃ κ’ ἐκτιμήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ προσφέρῃ ἀμοιβήν. «Ὄχι, κυρία,» ἀπαντᾷ μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας τὸ πτωχὸ παιδὶ «ἕνας ἀφέντης τωὗρε καὶ μὲ τὤδωκε νὰ σᾶς προφθάσω»… Ἡ κυρία τὸ ἐφόρεσε κι’ ἀπῆλθε, δίχως τίποτε νὰ δώσῃ ’ς τὸ παιδὶ, διότι — ὢ λογαριασμοῦ ἀκρίβεια καὶ τάξις βαθυπλούτου γυναικός! — δὲν ἦτο τὸ παιδὶ ὁποῦ τὸ εὗρε, δὲν τὸ ηὗρ’ αὐτὸ, καὶ δέν ὀφείλει ἄρα τίποτε ’ς αὐτὸ! Κ’ εἶδε μακρόθεν τὴν σκηνὴν ὁ ποιητὴς, ὅστις εὑρὼν τὸ ψέλλιον αὐτὸς ἀπέστειλε τὸν παῖδα κ’ ἐπερίμενεν αὐτὸν νὰ ἐπιστρέψῃ. «Τί σε εἶπεν ἡ κυρία, τί σε ἔδωκε;» — Μ’ εἶπεν: «ἐσὺ τὸ ηὗρες; καὶ τῆς εἶπα: ὄχι.» — «Αἴ;» — «Καὶ τίποτε δέν μ’ ἔδωκε.» — Καὶ δὲν τῆς ἔλεγες, καϋμένο, πῶς τὸ ηὗρες σύ, νὰ πάρῃς τόσην ἀμοιβήν;» — «Ἀμὴ καὶ πῶς; ἠθέλατε νὰ εἴπω ψεῦμα;» Καὶ ἐκίνησεν ὁ ποιητὴς τὴν κεφαλὴν καὶ εἶπεν: Εἶχες δίκαιον, κυρία· ἂν πολὺ θὰ ἦτο, πέραν τοῦ ὀφειλομένου μέτρου, τὸ νὰ ἔδιδες ὀλίγα κέρματα εἰς τὸ παιδί, ἐνῷ αὐτὸ δὲν ηὗρε τὸ ἀπολεσθέν σου ψέλλιον κ’ ἡ ἀμοιβὴ δὲν τῷ ἀνῆκεν, ἀλλ’ ὁ πλοῦτος ὅλος βέβαιά σου ὁ ἀμέτρητος δὲν θὰ ἐπήρκει νὰ ἀμείψῃ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ πτωχὸ αὐτὸ ’ξυπόλυτο δὲν ’πῆρε μία δεκαροῦλα, δηλαδὴ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀθώας κ’ εὐσταθοῦς φιλαληθείας του! «Ἀμῆ καὶ πῶς; ἠθέλατε νὰ εἴπω ψεῦμα;» Δέν τὸ εἶπε, δὲν τὸ εἶπεν, οὔτε φεῦ! διὰ νὰ πάρῃ τὸ πτωχὸ πτωχὸ μιὰ δεκαροῦλα ἀπὸ τὴν βαθύπλουτον!

Ἐν Ἀθήναις, 1886.

Ιωαννησ Κ. Καμπουρογλοσ