Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886/Πηλένια Πεθερά

Γελοιογραφικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1886
Συγγραφέας:
Πηλένια Πεθερά


ΠΗΛΕΝΙΑ ΠΕΘΕΡΑ
Σκῶμμα

ΠΡΟΣΩΠΑ
Τασσοσ Μαγκανοσ Σπυρος Τζαμασ
Αχθοφοροσ Στυλιανη
Ἡ σκηνή σύγχρονος ἐν Ἀθήναις

Δωμάτιον εὐρύχωρον γυμνὸν ἐπίπλων σχεδὸν. Θύραι τοῦ δωματίου ἑκατέρωθεν. Θύρα εἰς τὸ βάθος· καὶ δεξιᾷ μὲν τῆς θύρας ταύτης ψάθινον ἀνάκλιντρον ἀριστερᾷ δὲ τράπεζα ἐφ’ ἧς ὑάλινον ἀγγεῖον πλῆρες ὕδατος, ἐν ᾧ πλέουσιν ἐρυθροὶ ἰχθῦς. Ἐπὶ τῶν τοίχων εἰκόνες παριστῶσαι σκηνὰς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως. Ἐδώλια ψάθινα.


ΣΚΗΝΗ Α΄

Μαγκανοσ εἰσερχόμενος ἀριστερόθεν, Τζαμασ εἰσερχόμενος διὰ τῆς μεσαίας θύρας.
ΤΖΑΜΑΣ

Καλημέρα.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Καλῶς τον.

ΤΖΑΜΑΣ

M’ ἐγύρευες, ἔμαθα.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Ναὶ, ἤθελα κἄτι νὰ σοῦ εἰπῶ. Κάθησε.
ΤΖΑΜΑΣ καθήμενος

Συννεφιασμένο σὲ βλέπω· τί τρέχει;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ καθήμενος παρ’ αὐτῷ

Νὰ... ἡ Στυλιανή...

ΤΖΑΜΑΣ

Τί ἔπαθε;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ξέρω κ’ ἐγώ;...ἔλεγα νὰ τὴν ἔπερνες σπίτι σου...

ΤΖΑΜΑΣ ἐγειρόμενος

Σπίτι μου;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Γιὰ λίγον καιρὸ μονάχα...ὄχι γιὰ πάντα...

ΤΖΑΜΑΣ

Μὰ τὶ ἔτρεξε;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Εἴμαστε πέντε μήνους παντρεμμένοι...τὶ λέω ’γώ,.. πέντε καὶ πᾶν’ ἕξη...σ’ αὐτοὺς τοὺς ἕξη μήνους μέσα ἕναν κακὸ λόγο δὲν ἀλλάξαμε. Καλὴ, φρόνιμη, νοικοκυρὰ, εἶνε χαριτωμένη γυναῖκα ἡ Στυλιανή μου... μὰ εἶνε τώρα κάμποσαις ’μέραις ποῦ δὲν κάνει ἄλλη δουλειὰ παρὰ νὰ κλαίῃ ἀπὸ τὸ πρωῒ ἴσα μὲ τὸ βράδυ.

ΤΖΑΜΑΣ ἔκπληκτος.

Κλαίει;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Καὶ τὶ κλάμμα!

ΤΖΑΜΑΣ καθήμενος

Μήπως ἔχει τίποτε; Δὲν τὴν ’ρώτησες;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Μιὰ καὶ δυὸ φοραῖς; Κάθε στιγμὴ τὴ ’ρωτῶ... μήπως λέει καὶ τίποτε;... Τίποτε...Δὲ βγάζει μιλιὰ ἀπ’ τὸ στόμα της καὶ νὰ τὰ δάκρυα ἴσα μὲ τὰ πόδια της.
ΤΖΑΜΑΣ

Μπᾶ!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Εἶπα κ’ ἐγὼ νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ τὴν πάρῃς γιὰ μερικαῖς ’μέραις ’ς τὸ σπίτι σου, σὰν ἀδερφή σου ποῦ εἶνε, ἴσως καὶ σᾶς ἐπεθύμησε, ξέρω κ’ ἐγώ;

ΤΖΑΜΑΣ

Τί νὰ κάνῃ ’ς τὸ σπίτι; Πέντε ἀδέρφια χωρὶς μάνα, χωρὶς πατέρα, καθένας μὲ τὴ δουλειά του ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι ὅλη τὴν ἡμέρα, τί νὰ κάνῃ σ’ ἐμᾶς;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Νὰ ξανοίξῃ ἡ καρδιά της...ξέρω κ’ ἐγώ;

ΤΖΑΜΑΣ

Ἇ, μπᾶ! κολοκύθια! Φώναξες τὸ γιατρό;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τρεῖς γιατροὺς τῆς ἔχω φέρει ἴσα μὲ τώρα.

ΤΖΑΜΑΣ

Αἴ, τί εἶπαν;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Κανένας δὲν ’μπόρεσε νὰ καταλάβῃ τί ἔχει.

ΤΖΑΜΑΣ

Ποῦ εἶνε; πᾶμε νὰ τὴν ἰδῶ.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Νά την ἔρχεται...Κύτταξέ την, πάλι κλαμμένη εἶνε. Δὲν τὴν ’ρωτᾷς ἐσύ τί ἔχει, τί θέλει; ἴσως ἐσένα σοῦ εἰπῇ τὸν πόνο της.

ΤΖΑΜΑΣ

Θὰ τὴν ’ρωτήσω· ἄφησέ με μονάχο μαζῆ της.


ΣΚΗΝΗ Β΄
Οι ανωτερω ΣΤΥΛΙΑΝΗ

ΣΤΥΛΙΑΝΗ μελαγχολικῶς.

Καλημέρα, Σπῦρο, πῶς ἀπὸ ’δῶ;

ΤΖΑΜΑΣ

Αἴ, ἦρθα νὰ ἰδῶ τί κάνετε.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ δακρύουσα.

Τί κάνουν τ’ ἀδέρφια μας; πῶς δὲν ἔρχουνται;.... μ' ἐξεχάσατε.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ κρυφίως τῷ Τζάμᾳ

Αὐτὸ εἶνε ποῦ σοῦ λέω... σᾶς ἐπεθύμησε.

ΤΖΑΜΑΣ

Δὲ σ’ ἐξέχασε κανεὶς, Στυλιανή μου, μὰ ᾑ δουλειαῖς, βλέπεις.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ κρυφίως τῷ Τζάμᾳ

Ῥώτησέ την τὸ λοιπὸν, ἐγὼ ἐδῶ εἶμαι, δὲ φεύγω. [Μεγαλοφώνως.] Θέλεις τίποτε, Στυλιανή; πάω ἴσα μὲ τὸ παζάρι.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ὄχι· εὐχαριστῶ.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἀπερχόμενος ἰδίᾳ

Τί νὰ ἔχῃ ἡ καϋμένη!


ΣΚΗΝΗ Γ΄
Οι ανωτερω πλὴν τοῦ ΜΑΓΚΑΝΟΥ
ΤΖΑΜΑΣ
Λοιπὸν, Στυλιανὴ, πῶς τὰ πᾶμε; καλά;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ στένουσα

Ἆ!

ΤΖΑΜΑΣ

Γιατὶ, γιατὶ, βαρυαναστενάζεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἀμ’ εἶνε ζωὴ αὐτὴ;

ΤΖΑΜΑΣ

Τί ἔχεις; δὲν εἶσαι εὐτυχισμένη;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Εὐτυχισμένη λέει; Ποιὸς ἔχασε τὴν εὐτυχία γιὰ νὰ τὴν εὕρω ’γώ;

ΤΖΑΜΑΣ

Τὶ λὲς, Στυλιανή μου; ἔχεις κανένα παράπονο μὲ τὸν ἄντρα σου;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἆ, ὁ καϋμένος! καλλίτερος ἄντρας δὲν ’μπορεῖ νὰ γείνῃ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

ΤΖΑΜΑΣ

Λοιπὸν; ποῦ εἶναι ἡ δυστυχία σου; [Βλέπων αὐτὴν κλαίουσαν]. Μὰ τί κλαῖς; τί σοῦ λείπει; Ὅλα τἄχεις, ἀφοῦ καλλίτερος ἄντρας δὲν ’μπορεῖ νὰ γείνῃ ’ς αὐτὸν τὸν κόσμο ἀπὸ τὸν Τάσσο. Στὸ σπίτι δὲν εἶχες τὰ καλὰ ποῦ ἔχεις ἐδῷ. Εἴχαμε τὴν ἀτυχία νὰ χάσουμε τοὺς γονιούς μας μικρὰ παιδιὰ, σᾶς ἐμεγάλωσα ἐγὼ, σ’ ἐπάντρεψα, ζῇς εὐτυχισμένη τί παραπάνω θέλεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Τί θέλω;

ΤΖΑΜΑΣ

Ναὶ, πές μου τὶ σοῦ λείπει νὰ σοῦ τὸ δόσουμε. Ἂν δὲν ’μπορῇ ὁ ἄνδρας σου ἕνας, πέντε ἀδέρφια εἴμαστ’ ἐμεῖς καὶ ὁ διάβολος νὰ σκάσῃ κἄτι θὰ καταφέρουμε.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Οὔτε ὁ ἄντρας μου, οὔτ’ ἐσεῖς θὰ ’μπορέσετε ποτὲ νὰ μοῦ δώσετε ἐκεῖνο ποῦ θέλω καὶ γι’ αὐτὸ θὰ εἶμαι πάντα δυστυχισμένη.
ΤΖΑΜΑΣ

Τόσο μεγάλο πρᾶμμα εἶνε; [Βλέπων ὅτι πάλιν κλαίει.] Πάλι κλαῖς; Τέλος πάντων πὲς τί εἶνε καὶ ποιὸς ξέρει ἂν δὲ ’μπορέσουμε νὰ κάνουμε τίποτε.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὀλοφυρομένη

Ἄφησε... δὲ γίνεται...

ΤΖΑΜΑΣ

Μὰ μὴν κλαῖς, Στυλιανή μου· γιατὶ ραγίζεται ἡ καρδιά μου νὰ σὲ βλέπω... Πές μου τί εἶνε ... Ἔλα Στυλιανὴ, πές το τοῦ ἀδερφοῦ σου. Στυλιανή μου, (ἐναγκαλιζόμενος αὐτήν.] Μὴ χαλνᾷς τὰ ματάκια σου...τί θέλεις; πές μου τί θέλεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἤθελα...

ΤΖΑΜΑΣ

Λέγε λοιπὸν...τί ἤθελες;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἤθελα μιὰ πεθερὰ.

ΤΖΑΜΑΣ

Τί πρᾶγμα;

ΣΤὙΛΙΑΝΗ

Μιὰ πεθερά.

ΤΖΑΜΑΣ

Πεθερά;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ναί.

ΤΖΑΜΑΣ

Τί εἶνε αὐτὸ; ἔπιπλο ἢ ροῦχο;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Καλὲ μιὰ πεθερὰ...πεθερὰ... πῶς νὰ σοῦ εἰπῶ;....
ΤΖΑΜΑΣ

Μὰ μήπως ξέρω ἐγὼ τί θέλετε νὰ ’πῆτε σήμερα μ’ αὐτό; καθὼς κατάντησαν ᾑ μόδες ποῦ ξέρω ἐγὼ τί θὰ εἰπῇ πεθερά;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἄχ. Θεέ μου· δὲν καταλαβαίνεις. Καλὲ σοῦ λέω πεθερὰ.... νὰ σὰν νὰ εἰποῦμε μιὰ μάνα.

ΤΖΑΜΑΣ ἐγειρόμενος βιαίως

Τί; μιὰ μάνα; τέτοια πεθερὰ θέλεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ναὶ, τέτοια ἤθελα νἄχα, κι’ ἂς ἦταν καὶ πηλένια.

ΤΖΑΜΑΣ ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ

Μέγας εἶσαι κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου! Καὶ γι’ αὐτὸ κλαῖς;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα

Γι’ αὐτὸ.

ΤΖΑΜΑΣ μειδιῶν

Ἀμ’ δὲν εἶσαι καλὰ, Στυλιανή μου, καὶ καλὰ θὰ κάνῃς νὰ πᾷς ’ς τὴν Τῆνο τώρα ποῦ θ’ ἄρθῃ τὸ πανηγῦρι.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Γέλα ἐσὺ, ἐγὼ ὅμως εἶμαι δυστυχισμένη.

ΤΖΑΜΑΣ

Γιατὶ δὲν ἔχεις πεθερά! Σῶσον κύριε τὸν λαόν σου! Ἀμ’ ἐδῷ οἱ ἄνθρωποι δίνουν ὅ τι ἔχουν καὶ δὲν ἔχουν γιὰ νὰ μὴν ἔχουν πεθερὰ καὶ σὺ κλαῖς γιατὶ δὲν ἔχεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἀκοῦς, λέει, κλαίγω, πῶς νὰ μὴν κλάψω; λίγο τὥχεις;

ΤΖΑΜΑΣ
Αἴ, καλὰ, τὶ νὰ γείνῃ τώρα; νὰ εἶχε ὁ ἄντρας σου μητέρα νὰ τὴν φέρῃ νά κάτσῃ μαζῆ σου· μὰ ποῦ δὲν ἔχει;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα

Αὐτὸ εἶνε ποῦ δὲν ἔχει...γιατὶ νὰ μὴν ἔχῃ;

ΤΖΑΜΑΣ

Γιατὶ, γιατὶ...γιατὶ ’πέθανε.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὀλοφυρομένη

Γιατὶ νὰ πεθάνῃ;....

ΤΖΑΜΑΣ

Αἴ, μὰ εἶσαι ντίπ παιδὶ, καϋμένη Στυλιανὴ, καὶ φταίω ἐγὼ ποῦ κάθουμαι καὶ ’μιλῶ μαζῆ σου. [Λαμβάνων τὸν πῖλον αὐτοῦ.] Ἀντίο.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Φεύγεις;

ΤΖΑΜΑΣ

Ἀμ’ τί νὰ κάνω; μοῦ γυρεύεις πεθερὰ, ποῦ νὰ τὴν εὕρω ’γὼ τὴν πεθερά; Θέλεις νὰ τὴν φτειάσω; Ἂν ἤμουν μαρμαρᾶς νὰ σοὔφτειανα μιὰ πηλένια ἀφοῦ καὶ τέτοια σοῦ κάνει· μὰ δὲν εἶμαι μαρμαρᾶς, εἶμαι φούρναρης κ’ ᾑ πεθεραῖς δὲν γίνονται ἀπ ἀλεύρι, ὅσο κι’ ἂν τῇς ζυμώσῃς.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὀλοφυρομένη

Καλὰ...αὐτὴ ἡ λύπη θὰ μὲ πάῃ ’ς τὸν τάφο. [Ἀνερχομένη.] Ἀντίο.

ΤΖΑΜΑΣ

Ἔλα ἐδῶ, ποῦ πᾷς;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ἀπερχομένη.

Δυστυχία μου!


ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΤΖΑΜΑΣ καὶ εἶτα ΜΑΓΚΑΝΟΣ

ΤΖΑΜΑΣ

Πάει ἔφυγε!.... [κατερχόμενος] Δὲν εἶνε καλὰ ἡ ἀδερφή μου καὶ πρέπει νὰ κυτταχτῇ. Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ θέλῃ πεθερά! Καὶ κλαίει γι’ αὐτό.....Κλαίει!... ἔμεινε ἡ μισὴ ἀπὸ τὸν καϋμό της. Μπᾶ, μπᾶ,... μήπως τῆς ’σάλεψε;... Δυστυχισμένη Στυλιανή!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ εἰσερχόμενος ἀκροποδητί

Αἴ... σοῦ εἶπε;

ΤΖΑΜΑΣ

Τὶ νὰ σοῦ εἰπῶ, Τάσσο μου, εἶναι μεγάλο τὸ δυστύχημα.....

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τί;

ΤΖΑΜΑΣ

Ναὶ, μεγάλο εἶνε καὶ πρέπει νὰ τὸ πάρουμε ἀπόφασι.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Μὴ, μὲ τρoμάζῃς Σπῦρο.... τί ἔχει;

ΤΖΑΜΑΣ

Τί ἔχει, τί ἔχει.... ἐκεῖνο ποῦ δὲν ἔχει.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τί πρᾶμμα;

ΤΖΑΜΑΣ

Δὲν ἔχει πεθερά.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Πεθερά!

ΤΖΑΜΑΣ

Ναὶ, ὅλα της τὰ κλάμματα γι’ αὐτὸ εἶνε, γιατὶ δὲν ἔχει πεθερά.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἔλα τώρα, μὴ χωρατεύῃς ἀδερφὲ, καὶ πές μου τί ἔχει;

ΤΖΑΜΑΣ

Ἄκουσέ μου ποῦ σοῦ λέω, τί; θὰ σὲ γελάσω; Αὐτὸ εἶνε ἀρρώστια σὰν κάθε ἀρρώστια καὶ πρέπει νὰ φωνάξουμε τοὺς γιατρούς. Τί μὲ κυττάζεις; ἡ γυναῖκά σου εἶνε ἄρρωστη παιδί μου. Εἶνε κακὸ.... μὰ τὶ νὰ γείνῃ; πρέπει νὰ τὸ πάρουμε ἀπόφασι. Πάλι μὲ κυττάζεις! Νοιώθεις ρωμαίϊκα ἢ δὲ νοιώθεις; Θέλει πεθερὰ καὶ ὅταν μιὰ γυναῖκα σοῦ γυρεύει πεθερὰ καὶ σοῦ λέει μάλιστα ὅτι καὶ πηλένια ἄν εἶνε δὲν τὴν ’νοιάζει πάει νὰ πῇ πῶς λασκάρισαν ᾐ βίδαις καὶ σὰν φρόνιμοι ἄνθρωποι ποῦ εἴμαστε νὰ τὴν στείλουμε ’ς τὴν Τῆνο.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἐμβρόντητος

’Σ τὴν Τῆνο!

ΤΖΑΜΑΣ

Ἀκοῦς ἐκεῖ πηλένια! [Τύπτων τὸ μέτωπον αὐτοῦ.] Ὤ!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τὶ ἔπαθες;

ΤΖΑΜΑΣ

Μία ἰδέα!..... περίμενέ με κ’ ἔρχουμαι.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ποῦ πᾷς;

ΤΖΑΜΑΣ ἐξερχόμενος

Τώρα, τώρα.


ΣΚΗΝΗ Ε΄
ΜΑΓΚΑΝΟΣ καὶ εἶτα ΣΤΥΛΙΑΝΗ

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Μπᾶ! Δὲ γίνεται· θὰ παράκουσε ὁ Σπῦρoς. Πεθερὰ λέει γυρεύει ἡ γυναῖκα μου; τί πεθερά; Δὲν ἔχει καὶ νόημα. Κἄτι ἄλλο θὰ τοῦ εἶπε καὶ δὲ τὸ κατάλαβε......

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἦρθες, Τάσσο;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Καλέ τί μοὔλεγε ὁ Σπῦρος;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἆ, σοῦ τὸ εἶπε;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ναὶ, μὰ κἄτι ἄλλο θὰ τοὔλεγες ἐσὺ, κι’ αὐτὸς δὲν κατάλαβε καὶ μοὔλεγε ἄλλα τῶν ἀλλῶν. Πεθερὰ λέει θέλεις;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα

Καλὰ ἔλεγα ἐγὼ νὰ μὴν τὸ εἰπῶ σὲ κανέναν....νὰ, τώρα.. γελᾶτε.....

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ.

Μπᾶ, μπᾶ τὶ θὰ εἰπῇ αὐτό;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Καὶ δὲν τὤχετε γιὰ τίποτε νὰ μὲ πάρετε καὶ γιὰ τρελλή..... μὰ τὶ νὰ κάνω ποῦ δὲν τὸ θέλω.... τὤχω μέσα ’ς τὴν καρδιά μου καὶ μοῦ φαίνεται πῶς θὰ πεθάνω γιατὶ δὲν ἔχω πεθερά.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ.

Ὦ δυστυχία μου! δὲν εἶνε ’σ τὰ καλά της ἡ Στυλιανή μου.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἄχ, γιατὶ νὰ μὴ ζῇ ἡ μάνα σου Τάσσο μου· θὰ τὴν ἀγαποῦσα, θὰ τὴν ..... ξέρεις πόσο θὰ τὴν ἀγαποῦσα;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ ὀργίλως

Ἔτσι μοῦ ἔρχεται νὰ.......

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα

Μὰ ’πέθανε ἡ καϋμένη.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ καταστέλλων τὴν ὀργὴν αὐτοῦ

Καλλίτερα νὰ τὴν πάρω μὲ τὸ καλό.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Καὶ ’πέθανε χωρὶς νὰ τὴν γνωρίσω.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἄκουσε νὰ σοῦ εἰπῶ, Στυλιανή μου, αὐτὸ ποῦ ζητᾷς θὰ εἶχε νόημα ἂν ζοῦσε ἡ μάνα μου· ἀλλὰ καὶ τότες δὲν ξέρω ἂν θὰ ἦταν σωστὸ νὰ τὴν εἶχες ἐδῷ.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Γιατί;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἡ μάνα μου ἦταν καλὴ γυναῖκα· ὅσο καλὴ ὅμως κι’ ἂν εἶνε μιὰ μάνα, πάντοτες εἶνε κακὴ πεθερὰ, νὰ τὸ ξέρῃς αὐτό. Δὲν τὸ λέω γιὰ τὴ μάνα μου, γιατὶ ἐσένα καθὼς εἶσαι καὶ τόσο καλὴ θὰ σ’ ἀγαποῦσε σὰν τὰ μάτια της, μὰ ἔτσι εἶνε αὐτὸς ὁ κόσμος. Ὁ γυιὸς πάντα εἶνε γυιὸς κ’ ἡ νύφη πάντα νύφη. Θἄρχουνταν μιὰ ’μέρα ποῦ θὰ τὰ χαλνούσατε.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἐγὼ νὰ τὰ χαλνοῦσα μαζῆ της; ποτέ. ’Σ τὰ πούπουλα θὰ τὴν εἶχα· ’ς τὸ κεφάλι μου, σκλάβα της θὰ ’γενόμουν· ἐγὼ, ἐγὼ... ἆ, μόνον αὐτὸ δὲ θὰ ἔβλεπες.....

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Σὲ πιστεύω· ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ μάνα μου ’πέθανε, ἂν ’ζοῦσε ὁ πατέρας μου θὰ τὸν παρακαλοῦσα νὰ ξαναπαντρευότουν γιὰ νὰ ἔχῃς μιὰ γυναῖκα ποῦ θἄμοιαζε μὲ πεθερά. Καὶ ὁ πατέρας μου δὲν ζῇ, τώρα τί νὰ σοῦ κάνω; Ἄφησε λοιπὸν αὐταῖς τῇς ἰδέαις, ἀφοῦ αὐτὴ εἶνε ὅλη ὅλη ἡ λύπη σου, καὶ ἔλα νὰ ζήσουμε εὐτυχισμένοι σὰν τῇς πρώταις ’μέραις. Δὲν εἶνε καλλίτερα;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ὄχι· ἐγὼ θὰ πεθάνω.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ

Ἆ, μὰ δὲν παίρνεις βλέπω, ἀπὸ λόγια....

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τάσσο, νὰ τὸ ξέρῃς θὰ πάρω φαρμάκι.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Γιὰ νὰ σοῦ εἰπῶ, γυναῖκα, εἶμαι καλὸς καλὸς μὰ ὅταν μὲ παραφουσκόσουν ἀνάβω. Τί ἀνοησίαις εἶνε αὐταῖς ποῦ λές; Κύτταξε ν’ ἀφήσῃς αὐταῖς τῇς ἰδέαις, γιατὶ αἴ, δὲ θέλω καὶ πολὺ γιὰ ν’ ἀνάψω. Ἐγὼ σ’ ἔχω κυρὰ μέσ’ ’ς τὸ σπίτι μου, τίποτε δὲ σοῦ λείπει, σ’ ἀγαπῶ σὰν τὴν πρώτη ’μέρα ποῦ παντρευτήκαμε κ’ ἐσὺ ἔρχεσαι μ’ αὐταῖς τῇς ἀνοησίαις νά μοῦ χαλάσῃς ὅλη μου τὴν ἡσυχία; Καὶ νὰ ’γύρευες τίποτε σωστὸ, ’ς τὸ διάολο, δὲ θὰ ’μιλοῦσα· μὰ νὰ γυρεύῃς πεθερὰ, ὅταν ξέρῃς πῶς πέθανε ἡ μάνα μου; ἀμ’ ἂν σ’ ἀκούσῃ καὶ κανεὶς τί θὰ εἰπῇ; θὰ σὲ πάρῃ γιὰ τρελλὴ.....Νὰ σοῦ εἰπῶ ἕνα πρᾶμμα; ὅλα κι’ ὅλα, μὰ τρελλὴ γυναῖκα δὲν τὴν θέλω καὶ ξέρε το.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα

Δὲ φταῖτε σεῖς, φταίω ’γὼ ποῦ τὤβγαλ’ ἀπ’ τὸ στόμα μου...

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Πάλι;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὀλοφυρομένη

Ἅχ, πεθεροῦλα μου, ποῦ εἶσαι, πεθερά μου;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ὀργίλως ἰδίᾳ

Ἆ, μὰ ἔχασα πλέον τὴν ὑπομονὴ καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι.....


ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄
Οι ανωτερω καὶ ΤΖΑΜΑΣ

ΤΖΑΜΑΣ

Αἴ, ποῦ θὰ τὴν βάλῃς Στυλιανή;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τί πρᾶμμα;
ΤΖΑΜΑΣ

Ποῦ θὰ τὴν βάλῃς;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ποιάν;

ΤΖΑΜΑΣ

Τὴ πεθερά σου.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Τί;

ΤΖΑΜΑΣ

Σοῦ ἔφερα μιά....,

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Πεθερά;

ΤΖΑΜΑΣ

Ναὶ, πεθερά, καὶ κύτταξέ την σοῦ ἔχει κ’ ἕνα καμάρι.
[Εἰσέρχεται ἀχθοφόρος φέρων ἐπ’ ὤμου γύψινον ἄγαλμα γυναικὸς ἀρχαίας, μετρίου ἀναστήματος.]

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ἔκπληκτος.

Ἆ!

ΤΖΑΜΑΣ

Δὲ μοῦ εἶπες ὅτι καὶ πηλένια ἂν ἦταν θὰ σοὔκανε; νὰ ἐγὼ, σοῦ ἔφερα ἀπὸ γύψο ποῦ ἀξίζει καὶ παραπάνω.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὁδηγοῦσα τὸν ἀχθοφόρον

Ἐδῶ, ἐδῶ φέρ’ την.

Ἡ Στυλιανὴ λέγει τῷ ἀχθοφόρῳ νὰ τοποθετήσῃ αὐτὴν κατὰ γῆς, εἶτα θέτει αὐτὴν ἐπὶ τινος ἑδωλίου, κατόπιν μεταφέρει αὐτὴν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς σκηνῆς καὶ θέτει αὐτὴν ἐπί τινος τραπέζης. Βλέπουσα ὅτι ἐτοποθετήθη ὑψηλὰ μεταφέρει αὐτὴν ἐπί τινος ἑδωλίου. Ὁ ἀχθοφόρος εἰς πᾶσαν μετακίνησιν δεικνύει σημεῖα δυσαρεσκείας· ἡ Στυλιανὴ ὁτὲ μὲν εὐχαριστεῖται διὰ τὴν τοποθέτησιν, ὁτὲ δὲ δυσαρεστεῖται· περὶ τὸ τέλος τοῦ διαλόγου τὸ ἄγαλμα εὑρίσκεται ἐπί τινος ἑδωλίου ἀριστερᾷ, εἰς τὸ ὕψος τῆς Στυλιανῆς ἱσταμένης, ἥτις θωπεύει καὶ κατασπάζεται αὐτὸ, ἐν συγκινήσει.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Τί εἶνε αὐτό;
ΤΖΑΜΑΣ μειδιῶν

Αὐτό; ἡ μάνα σου.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Αἴ;

ΤΖΑΜΑΣ

Δὲν ἤθελε μιὰ πεθερὰ ἡ γυναῖκά σου; ποῦ νὰ πᾶμε νὰ ξεθάψουμε τὴ μακαρίτισσα. Θυμήθηκα πῶς ὁ Γιάννης τοῦ Μανώλη εἶχε αὐτὸ τὸ ἄγαλμα μέσ’ τὸ ὑπόγειό του καὶ ’πῆγα καὶ τ’ ἀγόρασα· δὲν ἔχει καὶ ἀκριβὰ, πέντε δραχμαῖς μονάχα, τοῦ λείπει ἕνα χέρι, μὰ δὲ φαίνεται. Ἄγαλμα ὅμως, θεός! αἴ;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Σπῦρο, ἡ γυναῖκά μου δὲν εἶνε καλά.

ΤΖΑΜΑΣ

Τίνος τὸ λὲς, ἐμένα; ἐγὼ μὲ πρώτης τὴν κατάλαβα· νὰ εἶσαι ὅμως εὐχαριστημένος πῶς αὐτὴ μονάχα εἶνε ἡ ἀρρώστια της. Κανένα δὲ βλάφτει· πεθερά θέλει· νὰ, ἔχει τώρα. Κύτταξέ την χαρά!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Σπῦρο, Σπῦρο, δὲ μ’ ἀρέσουν αὐτά. Κἄτι ἔπαθε ἡ γυναῖκά μου.

ΤΖΑΜΑΣ

Τὴ δουλειά σου· θὰ τῆς περάσῃ· θὰ τὴ φιλήσῃ μιὰ, θὰ τὴ φιλήσῃ δύο, θὰ τὴ φιλήσῃ τρεῖς, ἔπειτα θὰ τὴ βαρεθῇ καὶ θὰ ἡσυχάσῃ.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ὑπόπτως

Καλά.

ΤΖΑΜΑΣ βλέπων τὸν ἀχθοφόρον

Τί θέλεις ἐσὺ, τ’ ἀγώγι σου; Νὰ καὶ σὺ, κὺρ συμπέθερε.
Δίδει χρήματα τῷ ἀχθοφόρῷ ὅστις χαιρετίζει καὶ ἀπέρχεται

ΣΤΥΛΙΑΝΗ περιχαρὴς
Ἂχ, Τάσσο μου, χίλια καλὰ νἄχῃς ποῦ μοὔφερες ὅ τι σοῦ ’ζήτησα.
ΤΖΑΜΑΣ

Αἴ, εἶσ’ εὐχαριστημένη;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Ἀκοῦς, λέει.

ΤΖΑΜΑΣ

Τόσο τὸ καλλίτερο.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Αὔριο νὰ ἰδῇς πῶς θὰ τὴ στολίσω· δὲ θὰ τὴ γνωρίσῃς.

ΤΖΑΜΑΣ

Μακάρι!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ ἰδίᾳ

Μπᾶ, τὴν καϋμένη! νὰ μὴ τὴν καταλάβω τόσον καιρό!

ΤΖΑΜΑΣ

Πάμε τώρα μέσα, γιατὶ ἐδῶ κάνει μιὰ ζέστη ποῦ σκάζει ὁ τζίτζικας.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἐγὼ λέω νὰ πάμε γιὰ τοὺς γιατροὺς, γιατὶ καθὼς βλέπω...

ΤΖΑΜΑΣ ὠθῶν αὐτὸν πρὸς τὴν θύραν

Βρὲ κάνε δουλειά σου καὶ τὴν ξέρω ἐγὼ τὴν ἁδερφή μου.


ΣΚΗΝΗ Ζ΄.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ, μόνη περιχαρὴς

Καὶ τὶ νὰ σοῦ πρωτοκάνω, πεθεροῦλά μου; Καλὲ ἔχω πεθερὰ, εἶνε ’δική μου· θὰ τὴν ἔχω ὅλη τὴν ἡμέρα ἐδῷ νὰ τῇς λέω τῇς χαραῖς μου, τὰ βάσανά μου. Ἄχ, πεθεροῦλά μου, μάτια μου, εὐτυχία μου. Στάσου νὰ σὲ στολίσω ἐγὼ ποῦ νὰ χάνῃ τὸ νοῦ του ὅποιος σὲ βλέπει. (Ἀποβάλλει τὸ περιδέραιον αὐτῆς καὶ περιβάλλει δι’ αὐτοῦ τὸν λαιμὸν τοῦ ἀγάλματος) Πῶς σοῦ πάει! καὶ πῶς σοῦ πάει! Στάσου νὰ σοῦ βάλω καὶ φακιόλι.... τί; φακιόλι; ἀμ’ δὲν εἶσαι σὺ γιὰ νἆσαι πλακιώτισα, πεθεροῦλά μου· θὰ σοῦ βάλω σκούφια ἐγὼ σὰν τὴν ἐγγλέζα τὴ δασκάλα. Σκούφια, σκούφια! ποῦ ναὕρω σκούφια; Ἂς σοῦ βάλω αὐτὴ τὴν πόλκα τώρα κ’ ἔπειτα βρίσκουμε τὴ σκούφια, (Καθ’ ἣν στιγμὴν προτίθεται νὰ ἐνδύσῃ τὸ ἄγαλμα παρατηρεῖ ὅτι ἐλλείπει μία χείρ). Μπᾶ, ποῦ εἶνε τὸ χέρι σου, πεθερά μου; Ἀλλοῖ, φουρτοῦνα ποῦ μοὔρθε! δίχως χέρι; Σοῦ τὄκοψαν οἱ γιατροί; ἄχ, κατακαϋμένη πεθεροῦλά μου! (ὀλοφυρομένη) Πῶς σοὔτυχε τοῦτο; καὶ πῶς θὰ σ’ ἔχω τώρα ἡ ἄμοιρη; κουλή; Κουλὴ θὰ μοῦ εἶσαι πεθεροῦλά μου! ἄχ, ἡ ἄμοιρη ἐγώ! (καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρισκομένη γονυκλινὴς πρὸ τοῦ ἀγάλματος ἐκτελεῖ βιαιοτέραν τινὰ κίνησιν, τὸ ἑδώλιον κλονεῖται καὶ τὸ ἄγαλμα πίπτον καταθραύεται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς.) Ἄχ! ἄχ! ἄχ! (Πίπτουσα λιπόθυμος) Βοήθεια!


ΣΚΗΝΗ Η΄.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ, ΜΑΓΚΑΝΟΣ, ΤΖΑΜΑΣ

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τί τρέχει;

ΤΖΑΜΑΣ

Μπᾶ! ἔσπασε ἡ πεθερά; ὤ διάβολε, τώρα πρέπει ν’ ἀγοράζουμε ἄλλη.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Στυλιανὴ, τί ἔπαθες;

ΤΖΑΜΑΣ

Αἵματα;

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Εἶνε σπασμένο τὸ κεφάλι της. Στυλιανή.

ΤΖΑΜΑΣ

Φέρε ὀλίγο νερὸ, ’λιγοθύμησε.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ τρέχων πρὸς τὸ βάθος
Δυστυχία μου!
ΤΖΑΜΑΣ

Στυλιανή... δὲν ἀκούεις! Στυλιανή!

ΜΑΓΚΑΝΟΣ φέρων ὕδωρ

Ξελιγοθύμησε;

ΤΖΑΜΑΣ ραντίζων αὐτὴν

Τρίψε της τὰ χέρια. Στυλιανή.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἀνοίγει τὰ μάτια της.

ΤΖΑΜΑΣ

Στυλιανὴ, σήκω. Στυλιανή μου, τί ἔπαθες;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ συνερχομένη

Ποῦ εἶμαι; ποῖοι εἶστε σεῖς;

ΤΖΑΜΑΣ

Ἐμεῖς εἴμαστε· ἐγὼ, ὁ Σπῦρος ὁ ἀδελφός σου καὶ ὁ Τάσσος, ὁ ἄνδρας σου.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ὑπεγειρομένη

Τί ἔπαθα;

ΤΖΑΜΑΣ

Ἆ, τίποτες... λιποθυμιὰ σοῦ ἦρθε...

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κρατοῦσα τὴν κεφαλὴν αὐτῆς

Ὤχ, πῶς πονῶ ἐδῶ ’ς τὸ κεφάλι.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Ἀμ’ πῶς ’χτύπησες, Στυλιανή μου;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Νὰ ἐτούτη ἡ στρίγκλα, ποῦ τῆς ἔκανα τόσα χάδια, ἔπεσ’ ἀπάνω μου καὶ μοὔσπασε τὸ κεφάλι.
ΤΖΑΜΑΣ

Ἡ πεθερά σου;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Πεθερά μου; Κακὸ χρόνο νἄχῃ! ἄχ, τὸ κεφαλάκι μου!

ΤΖΑΜΑΣ

Δὲν πειράζει, ἔννοια σου, ἐγὼ θὰ σοῦ πάρω μιὰ καλλίτερη, ποῦ νὰ μὴ σπάζῃ ποτέ.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ

Τί; ἄλλη; Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Πάρτε κι’ αὐτὰ τὰ κομμάτια ἀπ’ ἐδῶ νὰ μὴν τὰ ἰδῶ πληὰ ’ς τὰ μάτια μου.

ΜΑΓΚΑΝΟΣ

Τί, δὲν τὴν θέλεις πλέον;

ΤΖΑΜΑΣ

Τὴν πεθερά σου, Στυλιανή μου, ἐσὺ ποῦ ἐχάλασες τὸν κόσμο γιὰ νἄχῃς μιὰ πεθερά!

ΣΤΥΛΙΑΝΗ μορφάζουσα

Ὤχ, τὸ κεφαλάκι μου!

ΤΖΑΜΑΣ

Σοῦ πονεῖ, αἴ; ἀμ’ ποιὸς σοῦ εἶπε νὰ ζητᾷς τέτοια πράμματα;

ΣΤΥΛΙΑΝΗ κρατοῦσα τὴν κεφαλὴν αὐτῆς

Μήτε καλὴ, μήτε κακιὰ, μήτε πηλένια πεθερά!


Δημήτριος Α. Κορομηλᾶς.